Skip to main content

Αυτοί θα σώσουν τον κόσμο;

Δημοσιεύθηκε 15 Ιουνίου 2026

avlonitis

Του Αλέξανδρου Σπ. Αυλωνίτη*

Στις παρανοϊκές ημέρες που ζούμε, με τόσους πολέμους (κρυφούς και φανερούς) να εξελίσσονται, με εκατέρωθεν απειλές να εκτοξεύονται από μεγάλους και πιο μικρούς, σε καθημερινή σχεδόν βάση, ακόμα και με προειδοποιήσεις του τύπου ότι μπορεί να γίνει στάχτη όλος ο κόσμος (όπως είπε πρόσφατα, με λόγια “σταράτα”, ο … σεμνός εξ Ανατολών γείτονάς μας), ένα και μόνο ερώτημα μπορεί να πλανάται στο μυαλό των ανθρώπων, όσων τουλάχιστον καταφέρνουν ακόμα να παραμένουν “φυσιολογικοί”:


Υπάρχουν άραγε κάποιοι ή έστω κάποιος, που θα μπορούσε ή που ενδιαφέρεται να σώσει αυτόν τον κόσμο και μάλιστα, όχι μόνο από τα δεινά των εν ενεργεία πολέμων, αλλά και από τα χιλιάδες άλλα σοβαρότατα επακόλουθά τους σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, από την αναπαραγωγή της βίας ως μοντέλου ζωής και τόσα άλλα προβλήματα, που ταλανίζουν τις απανταχού κοινωνίες;

Κι επειδή το σχετικό ερώτημα, εάν κοιτάξει κανείς τριγύρω του ανά την υφήλιο, καταλήγει να είναι μάλλον ρητορικό, θα ανατρέξω στον ποιητή, δηλαδή στη μάλλον πιο ουσιαστική και ενδιαφέρουσα σχετική “απάντηση” που έχει δώσει, εδώ και κάμποσες δεκαετίες, ο μεγάλος Αργεντινός συγγραφέας Χόρχε Λουϊς Μπόρχες. Αποτίνοντας ταυτόχρονα και φόρο τιμής στο πρόσωπό του (σαν σήμερα, πριν από ακριβώς 40 χρόνια, “εγκατέλειψε” τον μάταιο τούτο κόσμο), αναπαράγω τις “ακριβές” του σκέψεις και τα βαθυστόχαστα λόγια του:

“Κάποιος, που καλλιεργεί τον κήπο του, όπως θα ήθελε ο Βολταίρος.

Κάποιος, που νοιώθει ευγνωμοσύνη, γιατί στον κόσμο υπάρχει η μουσική.

Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.

Δυό πελάτες, που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.

Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.

Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο, που ίσως δεν του αρέσει.

Μια γυναίκα και ένας άνδρας, που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός ποιήματος.

Κάποιος, χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.

Εκείνος, που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρήσει το κακό που του έγινε.

Κάποιος, που νοιώθει ευγνωμοσύνη, γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο έζησε ο Στήβενσον.

Κάποιος, που προτιμά να ’χουν δίκιο οι άλλοι…

Οι άνθρωποι αυτοί, που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο…”

 Να, λοιπόν, από πού μπορούμε να προσδοκούμε την σωτηρία αυτού του κόσμου: από εμάς τους ίδιους, από όσους εξακολουθούν να διατηρούν μέσα τους ή να εξωτερικεύουν ψήγματα από τα πανανθρώπινα στοιχεία που κατόρθωνε, πάντα, ο Μπόρχες -καίτοι …τυφλός- να διακρίνει ξεκάθαρα. Στο χέρι μας είναι…