Είμαστε αθάνατοι;

Της Μαρίας Ν. Μαρκοπούλου
Μια και έχουμε περάσει πλέον στο ένα τρίτο του αιώνα των “μεγάλων ανακαλύψεων” -όπως πρόβλεπαν επιστήμονες και μεταφυσικοί- ας θεωρήσουμε χρέος μας να ρίξουμε μια βαθύτερη ματιά στις θεωρίες που αγγίζουν όλα εκείνα που μέχρι σήμερα είχαν καταχωρηθεί ως μύθοι ή ανασύρονταν από τα παλαιά αρχεία με τον τίτλο “επιστημονική φαντασία”.
Σήμερα ωστόσο θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι όσα πρόσφατα κινηματογραφικά σενάρια χαρακτηρίζονταν ως “φαντασία”, τώρα κάνουν την εμφάνιση τους στον χώρο της επιστημονικής έρευνας ώστε είτε να αποκτήσουν επίσημη πιστοποίηση μέσω επιστημονικής σφραγίδας ή να επιστρέψουν στην περιοχή μιας μη επαληθεύσιμης πρότασης.
Κβαντική αβεβαιότητα Περισσότερο από τριάντα χρόνια πριν, η κβαντική Φυσική κινείτο σχεδόν στην σφαίρα του παράδοξου και χαρακτηριζόταν ως “Προηγμένη Φυσική”.
Ακολούθησαν πλήθος εκλαϊκευμένες εκδόσεις που βοήθησαν μεγάλο μέρος του λαού να αναρωτηθεί μήπως η επιστημονική έρευνα χρησιμοποιούσε μεθοδικά τον όρο “επιστημονική φαντασία” ώστε να προετοιμάσει το ευρύ κοινό να δεχτεί χωρίς φόβο όσα θαυμαστά επρόκειτο να ακολουθήσουν. Μετά ήρθε το CERN η διεθνώς αναγνωρισμένη αναζήτηση για το “γονίδιο του Θεού” καθώς πάντα τα μάτια των ανθρώπων αναζητούσαν την Πρώτη Αρχή…
Η άποψη περί αθανασίας υπήρξε αιώνια, αγωνιώδης και διαχρονική για όλο το ανθρώπινο είδος. Κάπως εκεί άρχισε και η αναζήτηση περί της τυχόν “κβαντικής αθανασίας”. Φυσικά πρόκειται για ένα θεωρητικό νοητικό πείραμα που κινείτο μεταξύ Φυσικής και Φιλοσοφίας και έγινε ευρύτερα γνωστό από την σύγχρονη αρχική θεωρία του Στίβεν Χόκινγκ περί Πολλαπλών Κόσμων και κβαντομηχανικής. Ωστόσο ο Πλάτωνας από τον 6ο αιώνα π. Χ μίλησε πρώτος για την θεωρία των Πολλαπλών Συμπάντων.
Η σύγχρονη αρχική ιδέα στηρίχθηκε στο πείραμα της “κβαντικής αυτοκτονίας” το 1997 από τον Μαξ Τεγκμαρκ που συνέγραψε ένα υποθετικό σενάριο για ένα δυνητικό πείραμα με πρωταγωνιστές έναν παρατηρητή, ένα όπλο και αόρατα κβάντα.
Υπό το πρίσμα της κβαντικής θεωρίας του το όπλο κατά 50% θα εκπυρσοκροτούσε και 50% θα έμενε αδρανές. Με την θεωρία των Πολλαπλών Κόσμων όμως, κατά την στιγμή της μέτρησης, το σύμπαν διακλαδώνεται σε δύο παράλληλα σύμπαντα:
α) στο πρώτο σύμπαν όπου το όπλο πυροβολεί και ο παρατηρητής πεθαίνει και
β) στο δεύτερο σύμπαν όπου το όπλο δεν πυροβολεί και ο παρατηρητής επιβιώνει.
Η συνείδηση όμως δεν έχει την εμπειρία θανάτου και έτσι ο παρατηρητής είναι σε θέση να βιώσει μόνο το σύμπαν στο οποίο επιβιώνει. Επομένως ακόμα και εάν το πείραμα επαναληφθεί εκατό φορές ο παρατηρητής θα βιώνει πάντα ότι το όπλο απλώς κάνει "κλικ" και ο ίδιος παραμένει ζωντανός.
Οι δύο όψεις Για όλους τους άλλους εξωτερικούς παρατηρητές του πειράματος, ο άνθρωπος θα πεθάνει σχεδόν σε κάθε σύμπαν. Μόνο ο ίδιος ο πρωταγωνιστής του κβαντικού πειράματος θα περάσει στην υποκειμενική αθανασία αφού έχει επιλεγεί η εκδοχή της μη εκπυρσοκρότησης του όπλου και άρα της επιβίωσης του.
Στην περίπτωση όμως που επιλεγεί η διαδικασία της γήρανσης του παρατηρητή, η κβαντική αθανασία λέει ότι ο άνθρωπος που συμμετέχει στο πείραμα απλά θα συνεχίσει να γερνάει, να υποφέρει από ασθένειες επ' αόριστον χωρίς να πεθαίνει και θα καταλήξει σε μια εξαιρετικά απελπιστική κατάσταση συνεχούς συρρίκνωσης.
Φυσικά τίποτα από τα παραπάνω δεν επαληθεύτηκαν και παραμένουν στον χώρο φιλοσοφικής θεωρίας καθώς ουδείς επέστρεψε από την περιοχή του θανάτου ώστε να επαληθεύσει το πείραμα.
Οι θεωρίες των προγόνων μας περί ψυχής Στην αρχαία Ελλάδα τα πάντα υπάκουαν σε κατάλληλους θεούς ή σε θεότητες υποκείμενης κατηγορίας. Έτσι και οι θνητοί ικέτες ανέπεμπαν ανάλογα τις προσευχές τις θυσίες και τα αιτήματα τους.
Οι τρεις μοίρες κατείχαν τιμητικό ρόλο στην παράδοση της ζωής και του θανάτου των ανθρώπων.
Οι Λάχεσις, Κλειώ και Άτροπος καθόριζαν την διαδρομή των κοινών θνητών από την έναρξη μέχρι την λήξη της διαδρομής τους στην γη.
Η Λάχεσις με την ράβδο της καθόριζε την διάρκεια της παραμονής των ανθρώπων στον επάνω κόσμο.
Η Κλωθώ έγνεθε το νήμα της ζωής και δημιουργούσε το πεπρωμένο και τα γεγονότα που θα συναντούσε ο θνητός στην διάρκεια του βίου του από την ώρα της γέννησης του βρέφους.
Και η Άτροπος είχε την ευθύνη να κόψει το νήμα που οδηγούσε στο τέλος.
Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του εμφανίζει την Λάχεσι να επιτρέπει την επιλογή του είδους ζωής, να διατηρεί την τύχη αλλά και να καταγράφει τις ενέργειες των ανθρώπων σαν ένα αόρατο και αυστηρά προσωπικό ημερολόγιο. Παράλληλα με το δικαίωμα επιλογής έστελνε στον άνθρωπο και έναν “δαίμονα”- φύλακα άγγελο που θα επιτηρούσε και θα υποστήριζε το όλο σχέδιο. Η περίφημη φράση της Λάχεσης προς τις ψυχές είναι: “Αιτία ελομένου· θεός αναίτιος” . Δηλαδή η ευθύνη ανήκει σε αυτόν που επιλέγει· ο θεός είναι ανεύθυνος. Μόλις γίνει η επιλογή η Λάχεσις σφραγίζει το “συμβόλαιο” και η Μοίρα το καθιστά αμετάβλητο και αμετάκλητο. Ωστόσο όλη αυτή η έρευνα παρέμεινε στον χώρο της φιλοσοφίας καθώς ουδείς επέστρεψε από την χώρα του θανάτου ώστε να την επιβεβαιώσει…
Ο πρώτος που εισήγαγε συστηματικά τη θεωρία της μετεμψύχωσης-μετενσάρκωσης ήταν ο Πυθαγόρας από τον 6ο αιώνα π.Χ. Πίστευε ότι η ψυχή είναι αθάνατη, ότι έχει θεϊκή προέλευση και περνά από έναν κύκλο γέννησης σε άλλο σώμα ανθρώπου ή ζώου μέχρι να συμπληρώσουν έναν καθορισμένο αριθμό ζώων, να καθαρίσουν και ως καθαρά πνεύματα πλέον να ενωθούν πλήρως με το θείο.
Ο Πυθαγόρας κληρονόμησε τις απόψεις του από τον δάσκαλο του Φερεκύδη τον Σύριο (6ος αι. π.Χ), στον οποίον ο Κικέρων αποδίδει την διατύπωση της πρώτης γραπτής διδασκαλίας περί αθανασίας της ψυχής.
Ο Προσωκρατικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής τον 5ο αιώνα π.Χ ήταν ακόμα ένας που υποστήριζε την μετεμψύχωση. Χαρακτήριζε τις ψυχές “δαίμονες” που εξορίστηκαν από τον θεϊκό κόσμο λόγω αμαρτημάτων τους και είχαν καταδικαστεί να περιπλανούνται σε διάφορες μορφές ζωής μέχρι να εκπληρώσουν το χρέος τους.
Και ο Σωκράτης 469–399 π.Χ. παρουσιάζεται στους πλατωνικούς διαλόγους “Απολογία” και “Φαίδων” ομολογούσε με βεβαιότητα ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος. Υποστήριζε μάλιστα ότι για τον ενάρετο άνθρωπο ο θάνατος είναι η απελευθέρωση της ψυχής και η μετάβαση σε έναν ανώτερο κόσμο.
Ο Πλάτωνας (427–347 π.Χ.) ανέπτυξε την πλέον ολοκληρωμένη θεωρία για την αθανασία της ψυχής. Στους διαλόγους του Φαίδων, Πολιτεία - Μύθος του Ηρός εξηγεί ότι η ψυχή είναι αιώνια, προϋπάρχει του σώματος στον Κόσμο των Ιδεών και επιστρέφει εκεί, τιμωρείται/αμείβεται μετά τον θάνατο ανάλογα με τον επίγειο βίο της.
Τέλος ο Πλωτίνος και οι Νεοπλατωνικοί τον 3ο αιώνα μ.Χ. πίστευαν ότι η ψυχή είναι αθάνατη και ότι μετά τον θάνατο του σώματος επιστρέφει στην πηγή της, το “Έν”, το Θείο, αφού έχει εξαγνιστεί από κάθε υλικό πάθος.
Η παρατήρηση μας είναι ότι δεν θα χαρακτηρίζαμε ανεδαφικούς όσους σύγχρονους μελετητές υποστηρίζουν πως ο Χριστιανισμός δανείστηκε άπειρα στοιχεία από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους…