Λαίμαργη γαστέρα στον καναπέ με τη λίγδα

Του Θανάση Βασιλείου
Ένα απίστευτο μάθημα που έδωσαν τις τελευταίες ημέρες τα κυβερνητικά στελέχη στους Έλληνες πολίτες είναι ότι, γενικά, δεν χρειάζεται «το πτυχίο»· δεν παίζει ρόλο. Αρκεί «να είσαι ωραίος», κολλητός του πρωθυπουργού ή να είσαι κοντά στο πρωθυπουργικό περιβάλλον και στην κυβερνώσα οικογένεια. Κοντολογίς, αρκεί να είσαι αντικρατιστής μητσοτακικού τύπου, κατά προτίμηση τοξικός αντιαριστερός, θιασώτης των «διαχρονικών παθογενειών», αρνητής σκανδάλων της κυβέρνησής σου, αλλά, ταυτόχρονα, να μπορείς να μεταχειρίζεσαι σαν ακρίδα το δημόσιο ταμείο, μάλιστα επιλέγοντας τις κρατικές θέσεις σου.
Η λαϊκή ρήση της τουρκοκρατίας «Αν έχεις μπάρμπα στην Κορώνη…» είναι, πράγματι, μια ντροπιαστική διαχρονικότητα. Μια άλλη είναι ότι, με τους νόμους στην Ελλάδα, ξεκαρδίζονται μονίμως οι δύο γνωστοί ανθρωπότυποι: μερικοί που τους φτιάχνουν και αυτοί που τους παραβιάζουν. Παρά ταύτα, το 2026 η κυβέρνηση αναβαθμίζει την κατάσταση ως ειδυλλιακή τροπικότητα της χαλαρής πολιτείας που ατενίζει το μέλλον της συντηρώντας έμμονες όψεις υπανάπτυξης – για τις οποίες έχει από χρόνια την πλήρη ευθύνη, την οποία δεν αποδέχεται.
Το γεγονός αυτό, πέραν του ότι προσβάλλει οριζοντίως το επιστημονικό δυναμικό της χώρας, πάσχει σε ηθικό/αξιακό, θεσμικό/λειτουργικό και επιστημονικό/οικονομικό επίπεδο. Δεν είναι απλώς μια ενδεχομένη παρατυπία των αρμόδιων ελεγκτικών υπηρεσιών, που αφήνει γυμνή, στ’ απόνερα του ΟΠΕΚΕΠΕ, την εαρινή σύναξη των «φυλάκων της αριστείας». Είναι ένα καθαρά πολιτικό θέμα που εκθέτει τους εμπνευστές του. Επιβραβεύει την αναξιοκρατία και τον ημετερισμό, επικυρώνει θεσμικά την απαξίωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των μεταπτυχιακών τίτλων, είναι πλήρως ασύμβατη με κάθε σύγχρονη οικονομική και επιστημονική θεωρία ανάπτυξης/μεγέθυνσης, ευημερίας και κοινωνικής προόδου μιας χώρας. Τέλος, το γεγονός αυτό έχει τεράστιο κόστος για τη χώρα, γιατί λειτουργεί ως φραγμός για κάθε είδους κοινωνική κινητικότητα.
Γιατί άραγε -με βάση τα πρόσφατα ευρήματα έρευνας της Metron Analysis- η έξοδος επιστημόνων από τη χώρα (brain drain) υπερτερεί της επιστροφής τους στη χώρα (brain gain); Γιατί το 70% των νέων επιστημόνων δεν βλέπει μέλλον στην Ελλάδα; Γιατί το 60% -συγκριτικά με την Ευρώπη- θεωρεί πολύ χαμηλές τις αμοιβές του; Διότι το απλό και λογικό οικονομικό υπόδειγμα του χρόνου των πραγματικών σπουδών και της συσχέτισής τους με τις αποδοχές στην εργασία, σε αυτή την Ελλάδα, έχει χαμηλό αντίκρισμα. Γιατί το 76% των νέων επιστημόνων δηλώνει ότι τα πράγματα κινούνται προς τη λάθος κατεύθυνση; Διότι βλέπουν τα εύλογα όνειρά τους και τις προσπάθειές τους να πηγαίνουν στράφι. Διότι όλοι όσοι πρέπει να μιλήσουν και να εξηγήσουν τι συμβαίνει σιωπούν. Και το κερασάκι: διότι μερικοί, απλά, «είναι ωραίοι».
Ας σημειώσουμε και ένα τελευταίο. Είναι εύκολο το πλιάτσικο να μετονομάζεται σε αστοχία και ακόμα ευκολότερη η μετάθεση του προβλήματος στα χαμηλά κοινωνικά επίπεδα. Αλλά υπάρχει ένα όριο. Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ο αρχηγός της και το σύστημά του. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή κανένας από τους δελφίνους της λεγόμενης μετα-Μητσοτάκη εποχής στη Ν.Δ. δεν αμφισβητεί τον αρχηγό και πρωθυπουργό. Αντίθετα, και παρά τις μεταξύ τους σαφείς διαφοροποιήσεις, όλοι στηρίζουν τον πρωθυπουργό, άλλοτε με σιωπή, άλλοτε με μισόλογα και άλλοτε ανοιχτά. Μοιάζουν λίγο με τα νεαρά καλαμάρια που περιπλανώνται στη θάλασσα ψάχνοντας τον κατάλληλο βράχο για να τον κάνουν σπίτι τους και όταν τον βρίσκουν, τρώνε τον εγκέφαλό τους γιατί δεν τον χρειάζονται άλλο.
Βέβαια, η σιωπή στην πολιτική είναι πολλές φορές πιο εκκωφαντική από τη δημόσια τοποθέτηση· τα μισόλογα δεν πείθουν κανένα ακροατήριο· και, τέλος, η ανοιχτή στήριξη δείχνει φόβο, προσωπικό υπολογισμό, αντί για πολιτικό ανάστημα. Πάντως, η μεγάλη εικόνα απέχει από το πολιτικό πρόταγμα ότι τα κόμματα μπορούν και πρέπει να αλλάζουν: να προτάσσουν το κοινωνικό έναντι του κομματικού, να αλλάζουν πολιτικές, να αφουγκράζονται, να προσαρμόζονται στο εθνικό και το διεθνές τοπίο, να δίνουν λύσεις σε υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα κ.ο.κ. Ομως, τι συμβαίνει; Ξαναδείτε τον τίτλο.