Πού πήγαν τα ελληνικά των εφημερίδων;

Του Γιάννη Βαθυά*
Ένας πρωτοσέλιδος τίτλος αθλητικής εφημερίδας είναι η αφορμή για τούτο το κείμενο. Ο συγκεκριμένος τίτλος δεν έγραφε κάτι λάθος αλλά το έγραφε στα αγγλικά. Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Εδώ και χρόνια η δημόσια γλώσσα γεμίζει με ξενόγλωσσους όρους.
Θεωρώ χρονικό ορόσημο πλήρους επιβολής ξενόγλωσσων όρων το 2015. Τα capital controls μπήκαν απότομα στη ζωή μας και μαζί τους μπήκε στην καθημερινή χρήση ένας αγγλικός όρος που ελάχιστοι μπήκαν στον κόπο να μεταφράσουν. Από τότε ακολούθησαν τα lockdowns, τα delivery, τα challenges, τα updates, τα stories και δεκάδες ακόμη λέξεις που εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο λεξιλόγιό μας.
Βεβαίως, όσοι γνωρίζουν την τέχνη των τίτλων έχουν μια εύλογη ένσταση. Οι ξένες λέξεις είναι συχνά πιο σύντομες, πιο εύχρηστες και πολλές φορές πιο δυνατές και οπτικά και ως προς το μήνυμα. Ένα αγγλικό λεκτικό μπορεί να χωρέσει εκεί όπου η ελληνική απόδοση χρειάζεται διπλάσιο χώρο. Στην εποχή της ταχύτητας, των ιστοσελίδων και της μάχης για ένα κλικ, η οικονομία του χώρου και η αμεσότητα παίζουν σημαντικό ρόλο. Όμως η συζήτηση δεν είναι τυπογραφική. Είναι βαθύτερη.
Σήμερα 19 Ιουνίου, την ίδια στιγμή που εφημερίδες και μέσα ενημέρωσης δημοσιεύουν εξαιρετικά αφιερώματα για τον Παρθενώνα, τα αετώματά του, την πολιτιστική μας κληρονομιά και τη διαχρονική αξία του, οι ίδιες σελίδες φιλοξενούν τίτλους που θα μπορούσαν να είναι γραμμένοι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Υπάρχει μια αντίφαση που δύσκολα περνά απαρατήρητη. Από τη μία υμνούμε τον πολιτισμό που γέννησε λέξεις οι οποίες ταξίδεψαν σε όλον τον κόσμο και από την άλλη μοιάζουμε να εγκαταλείπουμε τη γλώσσα μας με αξιοσημείωτη ευκολία.
Οι εφημερίδες για πολλές δεκαετίες ξεπερνούσαν τον ρόλο τους ως φορείς ενημέρωσης. Ήταν σχολεία της γλώσσας. Οι αναγνώστες συναντούσαν στις στήλες τους σπουδαίους γραφιάδες, ανθρώπους που είχαν διαβάσει ωκεανούς κειμένων και γνώριζαν πώς να χειριστούν τη γλώσσα με ακρίβεια, φαντασία και σεβασμό.
Μέσα από τα άρθρα, τα χρονογραφήματα και τα πρωτοσέλιδα, ο αναγνώστης εμπλούτιζε το λεξιλόγιό του χωρίς καν να το καταλαβαίνει. Η ευθύνη ημών των επαγγελματιών της ενημέρωσης παραμένει και σήμερα τεράστια. Μια ευθύνη που, δυστυχώς, παραλείπουμε.
Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Η ταχύτητα νικά την επιμέλεια και η μόδα υπερισχύει της γλωσσικής ευθύνης. Δεν πρόκειται φυσικά για μια μάχη εναντίον των ξένων λέξεων. Οι γλώσσες πάντοτε δανείζονταν και πάντοτε εξελίσσονταν. Το ζήτημα είναι αν οι ξένες λέξεις έρχονται να καλύψουν ένα κενό ή αν εκτοπίζουν αχρείαστα τις ελληνικές.
Όταν υπάρχει η λέξη περιορισμοί κεφαλαίων, γιατί να επιμένουμε στα capital controls; Όταν υπάρχει η αναβάθμιση, γιατί μόνο το update; Και όταν μπορούμε να βρούμε μια εύστοχη ελληνική διατύπωση, γιατί να την παραμερίζουμε προτού καν τη δοκιμάσουμε;
Η γλώσσα δεν είναι μουσείο για να τη φυλάμε πίσω από γυάλινες προθήκες. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αναπνέει, αλλάζει και προχωρά. Χρειάζεται όμως και φροντίδα. Γιατί αν συνεχίσουμε να θεωρούμε τις ελληνικές λέξεις παρωχημένες και τις ξένες αυτονόητες, ίσως μια μέρα χάσουμε οριστικά και κάθε ελπίδα μεταξύ μας συνεννόησης.
Και τότε το πρόβλημα δεν θα είναι οι τίτλοι των εφημερίδων. Θα είναι ότι χάσαμε τη συνήθεια να εμπιστευόμαστε τον πλούτο της δικής μας γλώσσας, του πολιτισμού μας. Την ίδια την ταυτότητά μας.
* Δημοσιεύτηκε https://harddog-sport.blogspot.com