Social media, τα όρια στον ψηφιακό κόσμο μας

Του Γιάννη Βαθυά
Χρησιμοποίησα τη λατινική κρατούσα γραφή για να νοηματοδοτηθεί ευκρινώς το θέμα στον τίτλο. Προτιμώ όμως την ωραιότατη και σαφέστατη ελληνική απόδοση, μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ετυμολογία και μόνον των τριών αυτών λέξεων λέει πολλά.
Η πρόσφατη συζήτηση για την απαγόρευση ή τον περιορισμό της πρόσβασης των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επαναφέρει ένα ερώτημα που μας αφορά περισσότερο απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Η ηλικία αποτελεί πράγματι ασφαλές κριτήριο για να διακρίνουμε την υπεύθυνη από την ανεύθυνη χρήση; Και, κυρίως, είμαστε εμείς οι ενήλικες τόσο έτοιμοι όσο απαιτούμε να είναι τα παιδιά; Έχουμε τις απαραίτητες γνωσιακές, πνευματικές και ψυχικές δεξιότητες;
Η ανησυχία για τους ανηλίκους είναι εύλογη. Βρίσκονται σε μια ευαίσθητη περίοδο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς τους, αναζητούν αποδοχή, διαμορφώνουν πρότυπα και συχνά δυσκολεύονται να διαχειριστούν την έκθεση, τη σύγκριση και την επιρροή του ψηφιακού περιβάλλοντος. Η ανάγκη προστασίας τους είναι αδιαμφισβήτητη.
Ωστόσο, η απαγόρευση, όσο αναγκαία ή αποτελεσματική κι αν αποδειχθεί, δεν απαντά από μόνη της στο βαθύτερο πρόβλημα. Ποια σχέση έχουμε οικοδομήσει ως κοινωνία με την ψηφιακή πραγματικότητα;
Αρκεί να παρατηρήσουμε τη δική μας καθημερινότητα. Ενήλικες διακόπτουν συνομιλίες για να ελέγξουν ειδοποιήσεις, αναπαράγουν ειδήσεις χωρίς διασταύρωση, συμμετέχουν σε δημόσιους διασυρμούς και δεν διαχωρίζουν τα όρια μεταξύ διαφωνίας και προσωπικής προσβολής. Η ανάγκη προβολής και επιβεβαίωσης δεν αποτελεί αποκλειστικό γνώρισμα της νεότητας. Συχνά, μάλιστα, στους μεγαλύτερους αποκτά πιο σύνθετες και κοινωνικά αποδεκτές μορφές.
Η ηλικία, άλλωστε, δεν αποτελεί εγγύηση κρίσης και αυτοσυγκράτησης. Η εμπειρία και η μόρφωση δεν εξασφαλίζουν αυτομάτως την ικανότητα διάκρισης ανάμεσα στην πληροφορία και την παραπληροφόρηση. Μπορεί κανείς να έχει διανύσει δεκαετίες ζωής και να παραμένει ευάλωτος στη χειραγώγηση, στην ευκολία της στιγμιαίας αντίδρασης και στην παγίδα της δημόσιας επιβράβευσης.
Ασφαλώς, δεν είναι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο αντίπαλος. Κάθε άλλο. Η κοινωνική δικτύωση έχει διευρύνει την επικοινωνία, έχει προσφέρει πρόσβαση στη γνώση, έχει δώσει βήμα σε φωνές που άλλοτε δεν ακούγονταν και έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες συμμετοχής στη δημόσια ζωή. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ύπαρξη του μέσου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το εντάσσουμε στην καθημερινότητά μας. Στην απόσταση που συχνά χωρίζει τις δυνατότητες της τεχνολογίας από την ποιότητα της χρήσης της.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αντίφαση της δημόσιας συζήτησης. Απαιτούμε από τους νέους να αποκτήσουν όρια, ενώ οι ίδιοι δυσκολευόμαστε να τα θέσουμε. Τους ζητάμε να σκέφτονται προτού δημοσιεύσουν, χωρίς πάντοτε να εφαρμόζουμε αυτή την απλή αρχή. Και περιμένουμε να αναπτύξουν υπεύθυνη στάση απέναντι στον ψηφιακό κόσμο, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν το δικό μας παράδειγμα συνάδει με όσα τους διδάσκουμε.
Επομένως, η συζήτηση για την πρόσβαση των ανηλίκων να αποτελεί μια ευκαιρία ευρύτερου κοινωνικού αναστοχασμού. Η προστασία των παιδιών δεν εξαντλείται σε θεσμικούς περιορισμούς. Προϋποθέτει παιδεία, ουσιαστική καθοδήγηση και ενήλικες που αναγνωρίζουν τα δικά τους όρια.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο σε ποια ηλικία αποκτά κανείς πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά με ποια ηθικά εφόδια τα χρησιμοποιεί. Η τεχνολογία μπορεί να εξελίσσεται ταχύτερα από τον άνθρωπο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανθρώπινη κρίση ακολουθεί την ίδια πορεία.
Και προτού αποφασίσουμε αν οι ανήλικοι είναι έτοιμοι για τον ψηφιακό κόσμο, αξίζει να αναρωτηθούμε. Εμείς, που θεωρούμε αυτονόητο το δικαίωμα της πρόσβασης, έχουμε κατακτήσει την ευθύνη της χρήσης;