Το μέγεθος της δύναμης

Της Μαρίας Ν. Μαρκοπούλου
Η πλειοψηφία των ανθρώπων αγνοεί το μέγεθος της δύναμης που διαθέτει και θεωρεί ότι όσα συμβαίνουν ξαφνικά είναι αποτέλεσμα θαύματος, τύχης ή σύμπτωσης . Με άλλα λόγια είμαστε συλλογικά κολλημένοι σε ορισμένα πρότυπα σκέψης ιδιαίτερα στην βεβαιότητα ότι όλα όσα συμβαίνουν στην ζωή μας καθορίζονται από εξωτερικούς παράγοντες και όχι ότι είμαστε ικανοί να διαμορφώνουμε τον τρόπο της ζωής μας. Τα πράγματα όμως φαίνεται να είναι διαφορετικά.
Ο παγκοσμίου φήμης νευροεπιστήμονας Ρίτσαρντ Ντέιβιντσον από το πανεπιστήμιο του Ουισκόνσιν απέδειξε ότι ο εγκέφαλος έχει την δύναμη να καθοδηγεί τις πράξεις μας. Στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα κατέληξε μετά την διεξαγωγή πειράματος στο οποίο συμμετείχαν 8 μοναχοί βουδιστές των οποίων οι εγκέφαλοι εξετάζονταν στο διάστημα που συγκέντρωσαν τις σκέψεις τους σε συγκεκριμένα συναισθήματα όπως είναι η συμπόνια, η χαρά ή η ευτυχία ή η θλίψη. Τα αποτελέσματα ξεπέρασαν κάθε επιστημονική προσδοκία. Η εγκεφαλική δραστηριότητα στον αριστερό μετωπιαίο λοβό όσων έλαβαν μέρος στο πείραμα -που είναι υπεύθυνος για την παραγωγή θετικών συναισθημάτων- ξεπέρασε την δραστηριότητα του δεξιού μετωπιαίου λοβού -που είναι υπεύθυνος για την παραγωγή αρνητικών συναισθημάτων. Με βάση τα αποτελέσματα της ιδίας έρευνας εξήχθη ένα σημαντικό συμπέρασμα: η δομή του εγκεφάλου μπορεί να αλλάξει με την δύναμη της θέλησης. Επομένως σε αυτό ακριβώς το πείραμα βασίζεται προφανώς ο νόμος της έλξης. Για να καταφέρουμε ωστόσο να δουλέψει προς το συμφέρον μας θα πρέπει να αντιληφθούμε καλύτερα πως αλληλοεπιδρούν σώμα και εγκέφαλός. Ιδού η μέθοδος:
Πραγματική σύνδεση
Οι καινούργιες συνδέσεις στον εγκέφαλό μας δημιουργούνται από την γνώση που αποκτούμε μέσω της ενημέρωσης, της φιλοσοφίας και της μελέτης. Κάθε φορά που συμμετέχουμε στην εκπαίδευση αναπτύσσουμε νέες νευρολογικές συνδέσεις. Η μνήμη μας διατηρεί την σύνδεση και με την επανάληψη οι νευρώνες συντηρούν την αφύπνιση αυτής της σχέσης. Αν καθημερινά και επί δύο εβδομάδες αφιερώνουμε δυο ώρες διαλογισμού επικεντρωμένοι σε μια συγκεκριμένη σκέψη όπως π.χ. σε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας ή πόσο περισσότερο ευτυχισμένοι μπορούμε να γίνουμε τότε προπονούμε το μυαλό μας και το συνδέουμε με την μνήμη μας. Στην συνέχεια ο εγκέφαλος καταγράφει αυτές τις σκέψεις, τις συγκρατεί και τις αποθηκεύει στον μετωπιαίο λοβό, τις συνδέει με την μνήμη και τις προβάλλει σαν το ποθούμενο πρόσωπο που θέλουμε να γίνουμε στο μέλλον.
Επανασύνδεση του νου και χημεία
Κάθε φορά που σκεφτόμαστε κάτι θετικό ή αρνητικό παράγεται αυτόματα μια χημική ουσία και πραγματοποιείται μια χημική αντίδραση στο σώμα μας. Αυτό συμβαίνει επειδή τα συναισθήματα και τα αισθήματα είναι το τελικό προϊόν κάθε πραγματικής ή φανταστικής εμπειρίας. Όταν δεν παράγουμε νέες σκέψεις συνεχίζουμε να διατηρούμε τα ίδια συναισθήματα. Και για όσο μεγαλύτερο επιμένουμε σε μια σκέψη τόσο περισσότερο διατηρούμε την πιθανότητα μελλοντικής εκδήλωσής της. Αν επιμένουμε σε αρνητικές σκέψεις μπορούμε να τις διακόπτουμε με κάποιες νέες θετικές εικόνες που θα αλλάξουν και την χημεία του σώματός μας. Όπως όμως συμβαίνει με τους εθισμούς το σώμα δεν επιλέγει την αντιστάθμιση που η έλλειψη της κατάλληλης χημικής ουσίας στέλνει αντίστοιχο σήμα στον εγκέφαλο. Και επειδή είναι δύσκολο να διακόψουμε τα αρνητικά μοτίβα σκέψης συνεχίζουμε να ζούμε με βάση τους προηγούμενους εθισμούς μας. Επομένως εξαρτάται μόνο από την δική μας σκέψη κατά πόσο είμαστε σε ικανοί να αλλάξουμε την χημεία του σώματός μας που μας επιτρέπει να σβήσουμε τις συναισθηματικές εξαρτήσεις και να απελευθερωθούμε από την επανάληψη πανομοιότυπων αρνητικών μοτίβων.
Τα συναισθήματά ελέγχονται από τις σκέψεις
Στη σύγχρονη κοινωνία το μυαλό μας είναι υπηρέτης του σώματός μας. Είμαστε δηλαδή καταδικασμένοι να ζούμε με το γενετικό πεπρωμένο μας όπου τίποτα νέο δεν θα συμβεί ποτέ. Για να επιβάλλουμε όμως τον δικό μας δρόμο θα χρειαστεί να εμφανίσουμε την δική μας πραγματικότητα να αφαιρέσουμε τον αυτόματο προγραμματισμό και να επανασυνδεθούμε με τρόπο ώστε το σώμα μας να γίνει υπηρέτης του μυαλού μας και όχι το αντίθετο. Για παράδειγμα όταν νιώθουμε ανασφαλείς αρχίζουμε να σκεφτόμαστε τον τρόπο που αισθανόμαστε. Τότε το συναίσθημα μετατρέπεται στο μέσο της σκέψης. Και όταν αυτό συμβαίνει το μυαλό βυθίζεται αυτόματα στο σώμα και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε όπως το σώμα και όχι ως μυαλό. Στην κατάσταση αυτή δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτα άλλο εκτός από τον τρόπο που αισθανόμαστε. Αν νιώθουμε άσχημα θα σκεφτούμε αρνητικά. Όταν καταφέρουμε να σπάσουμε τον συγκεκριμένο κύκλο σκέψης και αισθήματος τότε μόνο μπορούμε να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε ως μυαλό, να υπάρξει συνειδητή ευημερία και να υψώσουμε τον εαυτό μας ώστε να γίνουμε δημιουργοί της ζωής μας. Με άλλα λόγια όταν αλλάξουν οι σκέψεις μας μόνο τότε μπορούμε να αλλάξουμε την ζωή μας.