Skip to main content

Τo ΝΑΤΟ σε θέση άμυνας με σενάριο για «μια Ευρώπη υπό κατάρρευση»

Δημοσιεύθηκε 12 Οκτωβρίου 2026

markopoulou 72dpi 200px height

Της Μαρίας Ν.  Μαρκοπούλου

Σαν μάλλον “ξαφνική αλλά και αναπόφευκτη εκδήλωση παραδοχής ήττας” ερμηνεύεται από τους περισσότερους διεθνείς αναλυτές η κίνηση της Αμερικής να ζητήσει άμεση ενεργειακή βοήθεια από την Ρωσία.

Χωρίς κάποια επίσημη ομολογία από την πλευρά των ΗΠΑ, τα αμερικανικά αποθέματα καυσίμων είχαν πάρει την κατιούσα ήδη από την δεκαετία του ´90.

Κυρίως όμως ανησυχούσε η μείωση του πετρελαίου που τροφοδοτούσε και τροφοδοτεί τα τρακτέρ των αγροτικών περιοχών του αχανούς αμερικανικού νότου, της δυναμικής κοιτίδας των συντηρητικών και του Ντ. Τραμπ.

Άξιο παρατήρησης είναι επίσης ότι η ξαφνική εμπορική προσέγγιση ΗΠΑ- Ρωσίας συνέπεσε με τις εντεινόμενες αναφορές των σχέσεων της Κίνας με την Ρωσία, στο πλαίσιο ενός αδιάρρηκτου εμπορικού “γάμου”.

Οι δύο αυτές υπερδυνάμεις παρέκαμψαν τις κυρώσεις της Δύσης -που επιβλήθηκαν στην Ρωσία λόγω του πολέμου στην Ουκρανία- και εγκαινίασαν εναλλακτικές οδούς  διακίνησης ρωσικών καυσίμων προς το Πεκίνο και μάλιστα με συναλλαγές που διεξάγονται  κυρίως σε κινεζικό γουάν. Έτσι οι δύο δυνάμεις σχημάτισαν το νέο κοινό τους “βασίλειο” το οποίο  βάφτισαν “εταιρική σχέση άνευ ορίων” με την ομολογία ότι ο “γάμος” αυτός αν και δεν στηρίζεται σε στρατιωτικά θεμέλια, προσθέτει στον κοινό τους λογαριασμό περισσότερα οφέλη που θεωρούνται  ικανά να διαφοροποιήσουν τον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη και τις διεθνείς οικονομικές ισορροπίες.

Τα κοινά τους σχέδια επικεντρώνονται σε δράσεις όπως η κοινή ασφάλεια στην Ευρασία, ένα σχέδιο που φαντάζει σαν αντίποδας του ΝΑΤΟ στην περιοχή στόχο. Πρόκειται ουσιαστικά για την δημιουργία ενός πολυπολικού συστήματος διεθνούς εμβέλειας το οποίο θα σταθεί απέναντι στην επιρροή που ασκεί η Αμερική στην Ευρώπη και τον Ινδο-Ειρηνικό.

Από τον ίδιο σχεδιασμό δεν απουσιάζει επίσης ούτε η στρατιωτική συνεργασία ούτε ο τεχνολογικός τομέας καθώς  η Κίνα διατηρεί ενδεχομένως τα παγκόσμια πρωτεία στους προαναφερθέντες τομείς. Ήδη τα δύο μέρη συμμετέχουν σε κοινές δράσεις στρατιωτικής εκπαίδευσης στην Αρκτική, τον Ειρηνικό και την θαλάσσια περιοχή της Ιαπωνίας ενώ παράλληλα .ενισχύουν την συνεργασία τους σε τεχνολογικούς τομείς αιχμής όπως την αεροδιαστημική, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και την τεχνητή νοημοσύνη.

Οικονομικός και ενεργειακός άξονας

Ήδη η Ρωσία έχει ανακατευθύνει τις εξαγωγικές οδούς των ενεργειακών της αποθεμάτων προς την Κίνα σε φθηνές τιμές και με αμοιβαίο όφελος εξασφαλίζοντας στην Μόσχα σημαντικά έσοδα μετά τις δυτικές κυρώσεις που της επιβλήθηκαν εξαιτίας του πολέμου με την Ουκρανία.

Με την πράξη αυτή δημιουργείται ένα παράλληλο χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι παρακάμπτεται το δολάριο και το ισχύον σύστημα SWIFT. 

Επίσης  ως “Πολικό Δρόμο του Μεταξιού” ονόμασαν την συμμαχία τους Ρωσία και Κίνα με στόχο την  εκμετάλλευση της Αρκτικής μέσω υποδομών που θα δημιουργήσουν από κοινού κατά μήκος της Βόρειας Θαλάσσιας Διαδρομής. Αυτό επιτρέπει στην Κίνα να συνδεθεί εμπορικά και με την Ευρώπη μέσω μιας διαδρομής που θα  προστατεύεται από την Ρωσία και θα βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τα σημεία ελέγχου. Η σχέση των δύο στηρίζεται σε απόλυτο πραγματισμό.

Για παράδειγμα η Ρωσία εξαρτάται πλέον περισσότερο από την κινεζική οικονομία και τεχνολογία από ότι το Πεκίνο από την Μόσχα. 

Η Κίνα αποφεύγει την πλήρη στρατιωτική εμπλοκή που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε καθολικές έμμεσες κυρώσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ καθώς εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρότατες εμπορικές σχέσεις με τις δυτικές αγορές τις οποίες δεν θα έθετε σε κίνδυνο. 

Η Αμερική σε κλοιό

Η συνειδητοποίηση της Αμερικής ότι η προσπάθεια της να επιβληθεί στο Ιράν απέτυχε,  ξεσήκωσε την κατακραυγή μεγάλης μερίδας των Αμερικανών πολιτών αλλά και  ενίσχυσε τους φόβους της για την τυχόν  μείωση των εγχώριων ενεργειακών αποθεμάτων της και την διαφαινόμενη εξάντλησή τους.

Η πρώτη επιστημονική κοινοποίηση για το πρόβλημα των ενεργειακών αποθεμάτων των ΗΠΑ συνέβη την δεκαετία του ‘50 και η δεύτερη -σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο- στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Το 1956 ο Αμερικανός γεωφυσικός M. Κινγκ Χουμπερτ παρουσίασε την διάσημη θεωρία του σύμφωνα  με την οποία “η παραγωγή πετρελαίου μας ακολουθεί μια καμπύλη σε σχήμα καμπάνας. Δηλαδή αυξάνεται, φτάνει στον μέγιστο βαθμό της και μετά αρχίζει να μειώνεται ραγδαία”. Προέβλεψε τότε ότι “η εγχώρια παραγωγή πετρελαίου στις ΗΠΑ θα έφτανε στην αιχμή της μεταξύ 1965 και 1970 και στην συνέχεια θα άρχιζε να μειώνεται σταθερά”.  Αν και η θεωρία του αρχικά αμφισβητήθηκε, το 1973 εκδηλώθηκε η πρώτη πετρελαϊκή κρίση. Η αμερικανική παραγωγή μειωνόταν δραματικά και η χώρα εξαρτήθηκε από συνεχείς εισαγωγές πετρελαίου από την Μ. Ανατολή. Και το 1973  όταν ο ΟΠΕΚ επέβαλε εμπάργκο πετρελαίου, η Αμερική αντιμετώπισε τεράστιες ελλείψεις που συνοδεύτηκαν από κατακόρυφη αύξηση τιμών και επακόλουθη οικονομική κρίση.

Η συγκεκριμένη κατάσταση  ανάγκασε την κυβέρνηση των ΗΠΑ να αλλάξει ριζικά την ενεργειακή της στρατηγική με μέτρα όπως:

Δημιουργία στρατηγικού αποθέματος πετρελαίου που θεσπίστηκε το 1975 για να προστατέψει την Αμερική από μελλοντικές ελλείψεις.

 Δημιουργία Υπουργείου Ενέργειας το 1977 για την διαχείριση της ενεργειακής πολιτικής και της εξοικονόμησης ενέργειας.

 Μεγάλες επενδύσεις σε έρευνα και νέες τεχνολογίες, την πυρηνική ενέργεια, σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας  και στην  σε ανανεώσιμες πηγές αλλά κυρίως σε τεχνολογίες εξόρυξης που οδήγησαν στην “επανάσταση σχιστολιθικού πετρελαίου” που η παραγωγή του μείωσε την εξάρτηση της Αμερικής από τρίτες χώρες.

Επομένως είναι βέβαιο ότι η Αμερική ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να διασφαλίζει αποθέματα για κάθε δύσκολη περίοδο που θα προξενούσε σε γενικευμένη οικονομική κατάρρευση.

Αλήθειες και ψέματα

Η σχέση της Αμερικής για τις στρατιωτικές και πολιτικές επεμβάσεις  της σε πετρελαιοπαραγωγές χώρες αποτελεί θέμα καθημερινής συζήτησης σε διεθνές επίπεδο. Οι διεθνείς αναλυτές διαφωνούν σχετικά με τις αμερικανικές προθέσεις που οδήγησαν τις ΗΠΑ να επέμβει με βιαιότητα στην Μ . Ανατολή.

Οι υπέρμαχοι των πολέμων ανακοινώνουν ότι οι προθέσεις της Αμερικής είχαν…”πανανθρώπινο και ανθρωπιστικό χαρακτήρα”. Οι επικριτές επικεντρώνουν τα βέλη τους “στην αδηφαγία των ΗΠΑ να ελέγξει την διεθνή αγορά ενέργειας και να αυξήσει τα αποθέματα της για τυχόν περιπτώσεις ανάγκης”. Θεωρούν επίσης ότι η ξαφνική άρση των απαγορεύσεων του Τραμπ προς την Ρωσία στην εξαγωγή καυσίμων και το προσωπικό  αίτημα του προέδρου Τραμπ προς τον Πούτιν για άμεση προμήθεια ενεργειακού υλικού σε τεράστιες ποσότητες είναι η απόδειξη ότι οι επεμβάσεις σε πετρελαιοπαραγωγές χώρες δεν είχαν καθόλου ανθρωπιστικά κίνητρα. 

Ακόμα ερμηνεύουν την κίνηση του Αμερικανού προέδρου προς τον Πούτιν  ως αίτημα του Τραμπ να στηριχθούν οι  ΗΠΑ προκειμένου να διατηρήσει την δεσπόζουσα θέση της στην Συμμαχία του ΝΑΤΟ και να ελαφρύνει την Αμερική από το βάρος μιας Ευρώπης που εξαιτίας της μαστίζεται από εξεγέρσεις και φτώχεια,  στοιχεία που θα έχουν διεθνείς και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις σε πολλούς και κρίσιμους τομείς κοινωνίας πολιτικής και οικονομίας.