Skip to main content

Βεβαιότητες… και προσδοκίες

Δημοσιεύθηκε 23 Ιουλίου 2026

pantzios

Του Κώστα Πάντζιου

Συμπληρώνεται σε λίγες ημέρες ένα δίμηνο από την ανακοίνωση του νέου κόμματος, της ΕΛΑΣ του κ. Αλέξη Τσίπρα. Το γεγονός έχει και τις «ιστορικές» του ομοιότητες, μόνο όσον αφορά αυτήν καθαυτή την «επάνοδο», ως προσδιορισμός μιας πολιτικής πράξης.
Παρά ταύτα, έτσι συνειρμικά, θα κάνουμε σύγκριση με άλλες δύο, προηγηθείσες επανόδους αρχηγών κομμάτων και πρωθυπουργών, τηρουμένων όλων των αναλογιών.


Η μία υπήρξε η επάνοδος του Κωνσταντίνου Καραμανλή, το 1974, μετά από 11 χρόνια αυτοεξορίας, στην πρώτη γραμμή της πολιτικής δράσης, κάτω από τις συνθήκες που όλοι γνωρίζουμε.
Η άλλη «επάνοδος», του κ. Αντώνη Σαμαρά, δεν ήταν ίδια, αλλά εν τούτοις αφορούσε την ένταξη στο πολιτικό παιχνίδι ενός πολιτικού, ο οποίος είχε ανατρέψει την κυβέρνηση του κόμματος, στο οποίο και ο ίδιος ανήκε και με αποτυχημένη την ενδιάμεση προσπάθειά του να προχωρήσει με τη δημιουργία νέου κόμματος, χωρίς όμως ο κ. Αντώνης Σαμαράς να έχει, ως τότε, διατελέσει πρωθυπουργός.
Η τρίτη είναι του κ. Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος παραιτήθηκε από Πρόεδρος του κόμματός του, του ΣΥΡΙΖΑ, για να ακολουθήσει η πρόσφατη επάνοδός του στην πολιτική, με νέο κόμμα.
Επαναλαμβάνουμε ότι η όποια παράθεση των τριών περιπτώσεων, είναι συνειρμική. Έτσι, για την ιστορία!! Όμως, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε πως και οι δύο προαναφερθείσες επάνοδοι υπήρξαν επιτυχείς, πράγμα που δίνει αφορμή σε «ανεκδοτολόγους» της πολιτικής –και όχι μόνον– ότι στην Ελλάδα για να πετύχεις, πρέπει να απουσιάσεις από την ενεργό δράση και να επανέλθεις. Οι δε Έλληνες πολίτες έχουν την πόρτα ανοικτή!!!

Τελειώνοντας και εμείς την… ανεκδοτολογία, θα ασχοληθούμε με το πολιτικό φαινόμενο Τσίπρα και ΕΛΑΣ. Τι πραγματικά έχει ο κ. Αλέξης Τσίπρας υπέρ αυτού;
Πρώτον, ότι μπαίνει στην ενεργό πολιτική δράση με μία κυβέρνηση και ένα κυβερνόν κόμμα να έχει χάσει τη μάχη της ακρίβειας και της κρίσης στέγης και επιπλέον να κολυμπά στα σκάνδαλα και την πολιτική αναξιοπιστία. Μεγάλο πλεονέκτημα αυτό για τον Αλέξη Τσίπρα και το κόμμα του.
Δεύτερον, υπάρχει ακόμα πιο μεγάλο πλεονέκτημα, και αυτό είναι το γεγονός ότι είναι ο μοναδικός πολιτικός, πρώην πρωθυπουργός, που δραστηριοποιείται σε έναν μεγάλο πολιτικό χώρο, την Κεντροαριστερά, χωρίς αντιπάλους στον χώρο αυτόν.
Τρίτον, τα πλεονεκτήματα συμπληρώνονται εντυπωσιακά, από το γεγονός ότι επέλεξε ως βασικό του πολιτικό προσδιορισμό για το κόμμα του, τον όρο «κυβερνώσα αριστερά». Και δεν φαίνεται να έχει «αντιστάσεις» ο όρος αυτός σε όλο και μεγαλύτερες ομάδες του εκλογικού σώματος. Απόδειξη αυτού είναι ότι τα ποσοστά της ΕΛΑΣ ανεβαίνουν, παρά κατεβαίνουν, γιατί οι ποιοτικές αναλύσεις των δημοσκοπήσεων δείχνουν ότι το κόμμα του κ. Αλέξη Τσίπρα έχει εμβέλεια και στον Κεντροδεξιό, ακόμη, χώρο.

Πάμε τώρα στα παράξενα και στα κάπως δύσκολα. Το παράξενο είναι ότι η ΕΛΑΣ είναι εν δυνάμει πολύ πιο πολυσυλλεκτικό κόμμα, από το ΠΑΣΟΚ π.χ., αλλά κάτι δεν πάει όσο θα αναμενόταν γρήγορα στην κάλυψη από την ΕΛΑΣ ολόκληρου του κομματικού Κεντροαριστερού χώρου. Δεν αναφερόμαστε στο κομματικό σκηνικό του χώρου αυτού, το οποίο, με την επάνοδο του κ. Αλέξη Τσίπρα έχει δημοσκοπικά σχεδόν εξαφανιστεί. Αναφερόμαστε ειδικά στον ευρύτερο Κεντροαριστερό εκλογικό σώμα, που φαίνεται ότι κάτι περιμένει να δει να γίνεται από το νέο κόμμα. Και ιδίως από τον Πρόεδρό του.
Πολλοί πολιτικοί παρατηρητές πιστεύουν ότι ο κ. Τσίπρας πρέπει να καταφέρει να αναδιατάξει, όχι μόνο το δικό του πολιτικό χώρο, αλλά ολόκληρο τον ελληνικό, κομματικό, πολιτικό χώρο. Μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να το έχει επιτύχει. Και αυτός είναι, νομίζουμε, ο λόγος που ένα αποτυχημένο κόμμα μίας αποτυχημένης κυβέρνησης, είναι καθηλωμένο στο 25%, ποσοστό το οποίο αρκετοί θεωρούν ότι είναι το «ταβάνι» για τη Ν.Δ. Χαμηλό μεν, αλλά σταθερό επί 2 χρόνια τώρα.
Κάποιοι πιστεύουν ότι το «ταβάνι» θα χαμηλώσει επικίνδυνα για το κυβερνόν κόμμα, με την ανακοίνωση κόμματος από τον κ. Αντώνη Σαμαρά, αλλά οι Κεντροαριστεροί πολίτες περιμένουν να γίνει αυτό από το δικό τους κόμμα. Και έχουν δίκιο.

Και εδώ φτάνουμε, νομίζουμε, στην «καρδιά» του προβλήματος. Ο κ. Αλέξης Τσίπρας δεν συγκρίνεται ως προς το πολιτικό του αισθητήριο, την ικανότητά του να προσαρμόζεται και στις πιο αντίξοες καταστάσεις, με τον αντίπαλό του, τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Έχει αποδείξει ότι υπερέχει. Όπως υπερέχει και στην μεταρρυθμιστική σκέψη και προοπτική.
 Όμως, νομίζουμε ότι η επιτυχία του θα είναι βέβαιη, αν στο χρονικό διάστημα που απομένει ως τις εκλογές, καταφέρει να βρει τις ισορροπίες, ή μάλλον τη σωστή επαφή με τα πρόσωπα, με τα οποία είχε συγκυβερνήσει, αυτά που ο ίδιος πιστεύει ότι συμβαδίζουν με τις πολιτικές του επιλογές, αλλά και με βάση την επιτυχημένη θητεία των στελεχών αυτών στην κυβέρνηση του 2015-2019, διότι δεν γίνεται να προβάλει την πράγματι για πολλούς πετυχημένη πρωθυπουργική του θητεία σε καιρούς δύσκολους και όχι στην «απανεμιά» του 2019-2026. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Και δεν γίνεται να μην έχει κοντά του στο νέο κόμμα, στελέχη, τα οποία εξίσου με εκείνον, πέτυχαν στην αποστολή τους.

Το όλο θέμα, τελικά, είναι ζήτημα μίξης παλαιών και νέων, άγνωστών αλλά ικανών απ’ ό,τι φαίνεται ανθρώπων. Κάτι που έχει δυσκολίες, αλλά μπορεί να αντιμετωπιστεί. Για την αντιμετώπισή του, τον βοηθά πολύ η οργισμένη επίθεση εναντίον των παλαιών του συντρόφων, αλλά και η παντελώς εσφαλμένη, κατά τη γνώμη μας, επικοινωνιακή πολιτική, εν πολλοίς απορριπτική για τον κ. Τσίπρα, από τους προπαγανδιστές του Μεγάρου Μαξίμου και του ίδιου του νέου αντιπάλου και του κόμματός του. Προφανώς, δεν έχουν αντιληφθεί ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών (69%, GPO) θέλει πολιτική αλλαγή. Και θα την επιβάλει!!!