Skip to main content

50 χρόνια ρεπορτάζ στην Ιστορία

Δημοσιεύθηκε 05 Μαρτίου 2026

50reportage

Το πάνελ της εκδήλωσης: Θοδωρής Καλούδης, Θόδωρος Ρουσόπουλος, η συντονίστρια Όλγα Τρέμη, Ευ. Βενιζέλος και Παύλος Τσίμας.

O Θοδωρής Καλούδης, κλείνοντας μια δημοσιογραφική διαδρομή 50 ετών, συνέγραψε τα «50 Χρόνια – Ρεπορτάζ στην Ιστορία».  Ένα βιβλίο με το οποίο παρουσιάζει τη διαδρομή μιας χώρας που πέρασε από τη μεταπολιτευτική αισιοδοξία στην κρίση αυτογνωσίας και αναζητεί σήμερα μια νέα ισορροπία. Για τη χώρα. Για τους θεσμούς. Για τη δημοσιογραφία

Κι ακόμη, επιχειρεί να καταγράψει τι κατάλαβε από αυτή τη μεγάλη Μεταπολιτευτική περίοδο – σε απόσταση πλέον από τα γεγονότα αλλά και με συναίσθηση της ευθύνης της μαρτυρίας.

50reportage 2Το βιβλίο παρουσιάστηκε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ και οι ομιλητές του πάνελ  – Ευ. Βενιζέλος, Θόδωρος Ρουσόπουλος, Παύλος Τσίμας , με συντονίστρια την Όλγα Τρέμη – το χαρακτήρισαν ως μια δημοσιογραφική απόπειρα κατανόησης: όχι “τι έγινε”, αλλά “τι σήμαινε” αυτό που έγινε·  ως πολιτική τοιχογραφία της Μεταπολίτευσης μέσα από τη ματιά ενός ανθρώπου που βρέθηκε, για μισό αιώνα, ανάμεσα σε εξουσία, κοινωνία, διεθνείς μετατοπίσεις και σταδιακές μεταμορφώσεις των ΜΜΕ.

Η Όλγα Τρέμη, ανοίγοντας την εκδήλωση, υπογράμμισε ότι ο συγγραφέας δεν διεκδικεί τον ρόλο του ιστορικού, αλλά κρατά την ιδιότητα του δημοσιογράφου που επιχειρεί να διαβάσει τους παράγοντες που συγκρότησαν το “πολυδιάστατο παζλ” της Μεταπολίτευσης. Παράλληλα, δίνει έμφαση στη “ταραχώδη” οικονομική πορεία της χώρας, στο αποτύπωμά της στην κοινωνία, στα εθνικά μέτωπα, στις πολιτισμικές αλλαγές και στον μετασχηματισμό των ΜΜΕ. Και επεσήμανε ως πιο ανησυχητικό στοιχείο την απώλεια ελπίδας και την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, με ένα πολιτικό σύστημα που “πάσχει” τόσο στην εσωτερική επικοινωνία όσο και στη σχέση του με την κοινωνία. Έτσι, κατέληξε, το βιβλίο προτείνεται ως εργαλείο αναστοχασμού, όχι ως αφορμή πανηγυρισμών ή κατεδαφίσεων.
Η Κατερίνα Μάρκου, από τις εκδόσεις Παπαζήση, σε παρέμβασή της συμπύκνωσε την εκδοτική λογική: δεν υπάρχουν πολλοί δημοσιογράφοι που να έχουν γράψει με τέτοια διάρκεια, και το έργο που κρατούν στα χέρια τους παρουσιάζεται ως “πολιτική τοιχογραφία” της ελληνικής δημοκρατίας από το 1974 μέχρι σήμερα. Στην τοποθέτησή της υπογραμμίστηκε το διπλό επίπεδο του βιβλίου: καταγραφή αλλά και ερμηνεία συσχετισμών δύναμης, στρατηγικών επιλογών και ιστορικών αδιεξόδων.
Ο Θόδωρος Ρουσόπουλος προσέγγισε το βιβλίο από μια γωνία που έχει πολιτική αλλά και δημοσιογραφική μνήμη. Αναγνώρισε στην κατάταξη του συγγραφέα μια “πρωτότυπη” αρχιτεκτονική: από τις αρχικές επιλογές της αποκατάστασης της δημοκρατίας και τη συγκρότηση των νέων κομμάτων, έως την κατάρρευση των βεβαιοτήτων και τη φάση που ο Καλούδης ονομάζει “αναγκαστική ενηλικίωση”. Η κοινωνία, είπε,  ζητά “προστασία χωρίς φόρους”, “ανάπτυξη χωρίς ρίσκο”, “αλλαγή χωρίς απώλειες”: μια αντίφαση που ο συγγραφέας αντιμετωπίζει ως σταθερό στοιχείο της νεοελληνικής καθημερινότητας. Παράλληλα, ο Ρουσόπουλος αναδεικνύει τις ενότητες για οικονομία, εργασία, ασφαλιστικό, brain drain και δημογραφικό, αλλά και το
Ο Παύλος Τσίμας, έδωσε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες “αναγνωστικές ταυτότητες” του βιβλίου: το χαρακτήρισε έργο μιας γενιάς που μεγάλωσε στη δικτατορία, με την αίσθηση ενός έξω κόσμου που απελευθερωνόταν, ενώ εδώ κυριαρχούσε ο έλεγχος και η καταπίεση. Αυτή η εμπειρία, λέει, γεννά έναν ανθρωπολογικό τύπο που δύσκολα ιδιωτεύει: δεν μπορεί να δει τον εαυτό του έξω από τη δημόσια σφαίρα. Μέσα από αυτό το πρίσμα, το βιβλίο γίνεται κάτι περισσότερο από χρονικό: γίνεται “βιογραφία μιας χώρας”. Σαν πολιτικό του συμπέρασμα, εστίασε στην ισορροπία της Μεταπολίτευσης ανάμεσα σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, περιγράφοντας τη ΝΔ ως μηχανισμό πολιτικής επιβίωσης και διακυβέρνησης, και το ΠΑΣΟΚ ως συναισθηματική και κοινωνική μηχανή που δεν άντεξε στη δοκιμασία της κρίσης. Η απόπειρα υποκατάστασης της ισορροπίας από μια σχέση ΝΔ–ΣΥΡΙΖΑ, είπε, τελείωσε το 2019 και έκτοτε ζούμε ένα κενό: κυβέρνηση χωρίς την αρχική “φόρα”, αλλά και έλλειψη πειστικής εναλλακτικής.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος  επαίνεσε το βιβλίο ως “συστηματικό, πολυπρισματικό, σοβαρό ερευνητικά”, που καλύπτει “τα πάντα”: από εξωτερική πολιτική και πολιτικό σύστημα μέχρι μόδα και τραγούδι. Τοποθετεί τη Μεταπολίτευση ως αναψηλάφηση ενός τετάρτου της ζωής του νέου ελληνικού κράτους και τονίζει το παράδοξο: είμαστε τόσο κοντά στην ιστορία ώστε, μιλώντας για το παρελθόν, μιλάμε για το παρόν. Ο Βενιζέλος επέμεινε σε ένα “καταγωγικό τραύμα” που συνοδεύει την περίοδο: Κύπρος, ελληνοτουρκικά, ίδια ατζέντα εθνικών θεμάτων, ενώ το διεθνές πλαίσιο άλλαξε πολλές φορές. Και κλιμάκωσε τη διαπίστωση: έχουμε ζήσει σε ένα εθνικό αφήγημα “δυτικής/ευρωπαϊκής χώρας” με προνομιακές σχέσεις με ΗΠΑ, αλλά ο κόσμος γίνεται ολοένα πιο κόσμος σύγκρουσης. Καταρρέουν βεβαιότητες για Δύση, ευρωατλαντική σχέση, επάρκεια Ευρώπης ως παρόχου ασφάλειας, ακόμη και η κοινή πρόσληψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και όλα αυτά επιχειρούμε να τα αντιμετωπίσουμε με θεσμικά εργαλεία και εμπειρίες μιας άλλης εποχής — “αναλογικά”.
Ο Θοδωρής Καλούδης, κλείνοντας την εκδήλωση, απέρριψε το βάρος της ταμπέλας “συγγραφέας” και επέμεινε: δημοσιογράφος. Ομολόγησε ότι καθυστέρησε 15 χρόνια να γράψει το βιβλίο και περιέγραψε την εσωτερική δυσκολία: να βάλει στην άκρη βεβαιότητες, εμμονές και  συμπάθειες  και να δει τα γεγονότα με απόσταση. Το βιβλίο των 300 σελίδων, είπε, δεν γράφτηκε για να δικαιώσει απόψεις ή γενιά, αλλά για να φωτίσει επιλογές, αυταπάτες και αναβολές — το σταθερό υπόστρωμα όπου “το αναγκαίο υποχωρούσε στο βραχυπρόθεσμο” και αυτό επαναλαμβανόταν ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και ιδεολογίες. Εδώ βρίσκεται ίσως ο πυρήνας του έργου όπως εκφέρεται από τον ίδιο: “έχω στύψει 50 χρόνια και έχω βγάλει το ζουμί τους… όχι για το τι είδα, αλλά για το τι κατάλαβα.” Και αυτό το “κατάλαβα” περιλαμβάνει πολιτική, κοινωνία, οικονομία, συνδικαλισμό, τη σχέση του Έλληνα με το χρήμα, τον χαρακτήρα, τη διαφήμιση, την επικοινωνία ως παράγοντα που διαμορφώνει ζωές και αντιλήψεις.
Το πιο “ηθικό” συμπέρασμα του συγγραφέα ήταν επίσης κομβικό: η δημοσιογραφία δεν είναι αλάνθαστη, αλλά οφείλει να είναι ειλικρινής – έστω εκ των υστέρων. Και κυρίως: η δημοσιογραφία δεν είναι άσκηση βεβαιότητας· είναι άσκηση ευθύνης. Έτσι, είπε,  “παραδίδει” το βιβλίο στο κοινό με την πίστη ότι η ιστορία της Μεταπολίτευσης δεν τελείωσε, αλλά γράφεται καθημερινά, άλλοτε με θόρυβο, άλλοτε με σιωπές· και το στοίχημα είναι να τη διαβάζουμε νηφάλια, χωρίς κραυγές και χωρίς αυταρέσκεια.

«…κουβαλάμε τόσα λάθη στις πλάτες μας»
Εξ άλλου, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου, ο Θ. Καλούδης σε συνέντευξη στην  Κορύνα Μανταγάρη που δημοσιεύτηκε στη Realnews, υποστήριξε: «Δεν είχα πρόθεση να βγάλω απομνημονεύματα, ούτε να κάνω μία ακόμα αναδρομή στη Μεταπολίτευση. Προσπάθησα να ερμηνεύσω όσα δεν χώρεσαν στην καθημερινότητά μου ως δημοσιογράφου, να μείνω όχι μόνο στο πώς προχώρησε η χώρα, αλλά και ποια μοτίβα την κράτησαν πίσω, τι αυταπάτες είχαμε, τι επαναλήψεις ζήσαμε και τις χαμένες μας ευκαιρίες… Βλέπετε, όσα και αν περάσαμε η δημοκρατία άντεξε, το Σύνταγμα άντεξε, αλλά σιγά-σιγά απέκτησε και ένα κοινωνικό περιεχόμενο, που πριν από τη χούντα δεν υπήρχε. Η ύφεση δεν ήταν ατύχημα, αλλά μια συνέπεια αναβολών, επαναλήψεων, χαμένων ευκαιριών που μαζεύτηκαν και μετά το 2004 έσκασε η φούσκα στα χέρια μας.  Στο βιβλίο δεν αξιολογώ κυβερνήσεις, αξιολογώ περιόδους», εξηγεί ο συγγραφέας και συνεχίζει:
«Μπήκα πολύ βαθιά στο καζάνι της επικαιρότητας και χρειάστηκε να πάρω μία νηφάλια απόσταση – τώρα διευθύνω την ιστοσελίδα πολιτικής, γεωπολιτικής και οικονομικής ανάλυσης economico. gr. Αυτή η απόσταση από τα πράγματα με βοήθησε να τα δω καλύτερα. Η μεγάλη προσπάθεια ήταν, όχι για να κλείσω κύκλους, αλλά για να ανοίξω κύκλους και για να διαβαστεί ψύχραιμα και όχι για να επιβεβαιώσει ανθρώπους ή καταστάσεις. Το παραδίδω για συζήτηση».
 Μιλώντας για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε σε αυτήν την προσπάθεια, αποκάλυψε:«Η μεγαλύτερη δυσκολία μου ήταν να αξιολογήσω τους πρωθυπουργούς, τα πρόσωπα, γιατί ήταν πράγματα που τα έζησα και βεβαίως είχα τις προσωπικές μου απόψεις για τον καθένα – με εξαίρεση τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τους άλλους τους ήξερα προσωπικά. Το να φτάσεις έναν άνθρωπο που τον ξέρεις προσωπικά, που έχεις κάνει ρεπορτάζ δίπλα του, να τον αξιολογήσεις ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία. Να αφήσω στο ντουλάπι τις προσωπικές μου βεβαιότητες και να κοιτάξω το πράγμα από πιο μακριά, πιο ψύχραιμα και να πω “αν ήμουν από άλλη χώρα και ζούσα στην Ελλάδα, πώς θα το έγραφα;”».
Η αξιολόγηση των πρωταγωνιστών ήταν αυτό που τον απασχόλησε περισσότερο. «Προσπαθούσα να μπω στα παπούτσια τους, να τους καταλάβω. Για παράδειγμα ο Τσίπρας, όταν πήρε την απόφαση εκείνο το βράδυ να γυρίσει τούμπα το δημοψήφισμα που ο ίδιος έκανε, πώς το έζησε ο ίδιος. Προσπαθούσα να μπω στο γραφείο του Μαξίμου και να δω πώς έζησε εκείνη τη βραδιά, πώς το γύρισε τούμπα ξέροντας ότι θα έχει πολιτικό κόστος. Μολονότι δεν κρύβω ότι ήμουν αντίθετος με όλη του την πολιτική, προσπάθησα να καταλάβω πώς το σκέφτηκε ο άνθρωπος και τελικά κατάλαβα ότι η κίνηση που έκανε ο Τσίπρας και έφερε τούμπα το πράγμα ήταν για τον τόπο μια πολιτική στιγμή. Έχω αρθρογραφήσει εναντίον του και εναντίον της πολιτικής του και ήμουν κάθετα -και ιδεολογικά και πολιτικά- απέναντί του».
Κλείνοντας ο Θ. Καλούδης επισήμανε: «Η Ελλάδα έχει αφήσει τεράστιες εκκρεμότητες πίσω της, τεράστιες αναβολές και ζει ακόμα με αυταπάτες. Και το κυριότερο, για το οποίο είμαστε συνυπεύθυνοι, θέλουμε μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, αλλά δεν είμαστε έτοιμοι ως πολίτες να πληρώσουμε το κόστος των μεταρρυθμίσεων. Δημιουργούμε εκκρεμότητες για τα παιδιά μας στο μέλλον. Γι’ αυτό κλείνω το βιβλίο παραφράζοντας τη γνωστή φράση, λέγοντας πως αν θέλουμε να πάμε μπροστά, χρειάζεται να πάμε ένα βήμα μπροστά και να κοιτάξουμε δύο φορές πίσω. Αυτό θέλει να πει το βιβλίο: καλά τα πήγαμε μέχρι τώρα, αλλά κουβαλάμε τόσα λάθη στις πλάτες μας. Ας κοιτάξουμε να μη συνεχίσουμε να τα κάνουμε και ως κράτος και ως πολίτες».