Αντίο Δημήτρη Γκιώνη

O συνάδελφος φίλος και συνοδοιπόρος στο ξεκίνημα της Ελευθεροτυπίας Δημήτρης Γκιώνης, μας «εγκατέλειψε» για πάντα, στα 87 του, την περασμένη Πέμπτη 7 Μαΐου. Κηδεύεται την Τρίτη, 12 Μαΐου στις 12 μ., στον Ι.Ν. Προφήτη Ηλία Αγίας Παρασκευής. Τιμώντας τη μνήμη του, αναδημοσιεύω «εκ βαθέων» συνέντευξή του Δημήτρη στη “LIFO” τον Οκτώβριο του 2012 και ένα κείμενο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιάννη Ξανθούλη στην “Καθημερινή”. Δεν θα είχα άλλωστε να προσθέσω κάτι περισσότερο.
«Πανεπιστήμια ήταν τα βιβλία μου» - η συνέντευξη στη “LIFO”
Γεννήθηκα το 1939 στη Δημητσάνα της Αρκαδίας, ένα ιστορικό χωριό της Πελοποννήσου. Τόπος ορεινός, άγριος και βουνίσιος. Μεγάλωσα την εποχή του Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Από τα παιδικά μου χρόνια μού έχουν αποτυπωθεί πολύ έντονα τραγικές εικόνες σκληρής βιαιότητας. Ο ξυλοδαρμός ήταν καθημερινή πρακτική στο χωριό. Χειροδικίες στο σπίτι, στη γειτονιά, όπως και στο σχολείο. Δεν τολμούσες να αντιμιλήσεις στον δάσκαλο και σε έδερνε χωρίς να φέρεις αντιρρήσεις. Ήμουν ο τρίτος από το τέλος μιας δωδεκαμελούς πολύτεκνης οικογένειας. Ήμασταν δέκα παιδιά: οκτώ αγόρια, δύο κορίτσια. Τη μητέρα μου δεν τη θυμάμαι ποτέ να κοιμάται. Μια βασανισμένη γυναίκα που βρισκόταν σε διαρκή κινητικότητα. Καταπιανόταν συνεχώς με δουλειές. Διέθετε εκείνη τη σοφία του αγράμματου. Πάντα λιτοδίαιτη, μια ζωή κρατημένη από τη θρησκευτική πίστη ‒άλλωστε ήταν μοναχοκόρη παπά‒, στην οποία με εντυπωσίαζαν διαρκώς οι ερωτικοσεξουαλικές της φαντασιώσεις. Ο πατέρας μου, μια λεβέντικη φυσιογνωμία, ήταν για κείνην ο ένας και μοναδικός άντρας της ζωής της. Στέρεες και δυνατές προσωπικότητες. Μαζί διατηρούσαν μια ταβέρνα ονόματι «Ο Γκιώνης», όπου πολλά βράδια στήνονταν γλέντια με χορούς και τραγούδια.
• Όταν ήμουν δώδεκα ετών, μετακομίσαμε οικογενειακώς στην Αθήνα. Όλα εξελίσσονταν μπροστά μου μέσα από τα μάτια ενός νεαρού χωριατόπαιδου που αφυπνίζεται σιγά σιγά σε μια Αθήνα που απλωνόταν και αλλοιωνόταν, για να χωρέσει όλους αυτούς που εγκατέλειπαν την επαρχία. Εκείνα τα χρόνια έκανα δουλειές του ποδαριού. Τα αδέρφια μου νοίκιαζαν τρία περίπτερα στην πλατεία Κουμουνδούρου. Εκεί ανακάλυψα έναν άγνωστο κόσμο. Ως ένας ανυποψίαστος έφηβος ήρθα αντιμέτωπος με τα θετικά και τα αρνητικά, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι περιπτεράδες, μαζί με τους θυρωρούς και τους ταξιτζήδες, ήταν χαφιέδες της αστυνομίας. Για μένα, τα πανεπιστήμια ήταν τα βιβλία μου. Έκλεβα χρήματα από το παντελόνι του αδερφού μου για να αγοράσω βιβλία από ένα υπόγειο στο Μοναστηράκι. Έκτοτε η ανάγνωση παραμένει το μεγάλο μου πάθος.
• Ο σκοπός είναι βασική προϋπόθεση για να επιτύχεις, γιατί όταν στοχεύεις ψηλά είναι σίγουρο ότι θα βρεις το μπόι σου. Έτσι κι εγώ, πάντοτε ήθελα να γίνω δημοσιογράφος ή συγγραφέας. Στη δημοσιογραφία μπήκα το 1964, έχοντας μια εμμονή στο πολιτιστικό ή καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Διέθετα πολύ μεράκι και αγάπη κι είχα ένα δέος γι' αυτό το επάγγελμα, αλλά και τους ανθρώπους του. Έως το 1967 εργαζόμουν στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή». Άμισθος τους πρώτους μήνες. Ο αρχισυντάκτης ήταν από την αρχή σαφής: «Είμαστε μια φτωχή εφημερίδα ‒ δεν υπάρχει περίπτωση να πάρεις χρήματα, γιατί δεν υπάρχουν». Ζήτησα, και μου έγινε η χάρη, να ασχοληθώ με τα καλλιτεχνικά. Και τότε βρέθηκα ανάμεσα σε μια σπουδαία παρέα. Ήταν κυρίως κινηματογραφιστές που είχαν σπουδάσει στο Παρίσι, κι επειδή δεν είχαν ακόμη τη δυνατότητα να κάνουν ταινίες, βιοπορίζονταν γράφοντας κριτικές και κάνοντας μεταφράσεις. Ήταν η Τώνια Μαρκετάκη, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο Φώτος Λαμπρινός. Και από δημοσιογράφους ο Φώντας Λάδης και η Βεατρίκη Σπηλιάδη. Εγώ ήμουν το παιδί για όλες τις δουλειές ‒ μέχρι και τσιγάρα τούς αγόραζα. Επίσης, ακολουθούσα τους δημοσιογράφους, παρατηρούσα και ρωτούσα λεπτομέρειες. Τον Ιανουάριο του 1965 με έβαλαν στο μισθολόγιο και σε περίπου έναν χρόνο, με την αποχώρηση της Μαρκετάκη και του Λάδη, και καθώς είχα μάθει όλη τη διαδικασία της έκδοσης, μου ανέθεσαν την ευθύνη των καλλιτεχνικών.
• Στη συνέχεια βρέθηκα στο εξωτερικό, λόγω χούντας, αρχικά στη Γαλλία και μετέπειτα στον Καναδά, όπου έμεινα μέχρι το 1973, ως συνεργάτης σε ελληνόφωνα έντυπα. Συνεκδότης με τον Φώντα Λάδη του περιοδικού «Τετράδιο» από το 1974 έως το 1976. Επίσης, στην «Αυγή» για έναν χρόνο (1974-1975) και στην «Ελευθεροτυπία» από την έκδοσή της, το 1975, μέχρι το 2011 ‒πάντα στα πολιτιστικά‒, ενώ για εφτά χρόνια, το διάστημα 1976-1983, ήμουν στο ρεπορτάζ της τηλεοπτικής εκπομπής «Παρασκήνιο».
• Ανήκω στους δημοσιογράφους που είχαν την καλή τύχη να εργάζονται στην «Ελευθεροτυπία» ‒όλοι ήθελαν να δουλέψουν σε αυτό το μαγαζί‒, δίπλα σε κορυφές της ελληνικής δημοσιογραφίας. Τότε ο κόσμος τούς γνώριζε από τα γραπτά τους και όχι από την εικόνα τους. Ήταν, κατά την εκτίμησή μου, τα καλύτερα της δουλειάς μας, πριν πάρει την κάτω βόλτα.


Ο Δημήτρης Γκιώνης στα γραφεία της Ελευθεροτυπίας
- Η «Ελευθεροτυπία» ήταν μια ανοιχτή εφημερίδα και μια προοδευτική απάντηση της εποχής. Φτιάχτηκε από ένα μείγμα ανθρώπων που προέρχονταν από τη «Μεσημβρινή», την «Απογευματινή», αλλά και δημοσιογράφων που συνέβαλαν πλήρως στην πολυφωνία της. Στον βαθμό που ήμασταν καλά πληροφορημένοι, η εφημερίδα μάς επέτρεπε να έχουμε διαφορετική άποψη. Ο εκδότης μας, Κίτσος Τεγόπουλος, έλεγε: «Κατά την κρίση σου». Δεν μας είπε ποτέ «μη γράψεις γι' αυτόν ή εκείνον». Ένας άνθρωπος συζητήσιμος, που σε άκουγε και έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανεξάρτητη γνώμη. Όταν, πολλές φορές, του έκαναν παράπονα γι' αυτά που έγραφα, μου έλεγε: «Ενημέρωσέ με κι εμένα, βρε παιδί μου, μη νομίζουν ότι δεν διαβάζω την εφημερίδα».
- Ως δημοσιογράφος, δεν μου άρεσε να αδικώ κάποιον. Όλοι είχαμε την αίσθηση ότι προσφέραμε κάτι σε αυτό το πράγμα που λέγεται πολιτισμός. Δεν ήθελα να βγω στη σύνταξη ποτέ. Τη θεωρούσα προθάλαμο του θανάτου. Αλλά στην Ελλάδα όλα στηρίζονται στις μονάδες. Έτσι, αφού πέθανε ο Τεγόπουλος, «έφυγε» ο Φυντανίδης και κάποια στιγμή είδα και τη νέα ιδιοκτήτρια του μαγαζιού, τη Μάνια Τεγοπούλου, να εισβάλλει ως οδοστρωτήρας, αποφάσισα να φύγω. Η μεγάλη μάστιγα σε αυτόν τον τόπο είναι οι μεσάζοντες και οι ανεπαρκείς κληρονόμοι.
- Φρόντισα να απέχω απ' όσους με έβλεπαν ως διεκπεραιωτή των δημοσίων σχέσεών τους. Δεν με ενδιέφερε ποτέ η δημοσιοσχετίστικη ειδησεογραφία και η κολακεία, αλλά η προβολή και η υπεράσπιση μιας καλής δουλειάς, η αποκάλυψη, το σχόλιο και η ψυχαγωγία. Θεωρώ ότι καίριο πλήγμα στο πολιτιστικό ρεπορτάζ έχουν φέρει τα γραφεία δημοσίων σχέσεων, τα επονομαζόμενα δελτία Τύπου και οι «κατά παραγγελία» συνεντεύξεις.
- Στις μέρες μας δεν υπάρχουν εκδότες σαν τον Τεγόπουλο, τον Λαμπράκη, τη Βλάχου, τον Μπότση, τον Κόκκα, τον Αθανασιάδη, που μόνο με εκδόσεις ασχολούνταν. Τώρα, στον χώρο των ΜΜΕ έχουν εισαχθεί κυρίως επιχειρηματίες, που χρησιμοποιούν τον Τύπο ως μοχλό πίεσης για τις δουλειές τους. Όταν διαθέτεις έναν τηλεοπτικό σταθμό, μια ποδοσφαιρική ομάδα και δυο εφημερίδες, προφανώς είσαι κυβέρνηση. Διαθέτεις τεράστια ισχύ, σε τέτοιον βαθμό που το τελευταίο πράγμα που σε ενδιαφέρει είναι η ενημέρωση.
- Η σημερινή εποχή είναι τελείως διαφορετική από τη δική μου. Διαφορετικά τα πρότυπα. Ελάχιστοι διαβάζουν έντυπα. Είναι δέσμιοι της υπερπληροφόρησης. Σήμερα όλοι δηλώνουν δημοσιογράφοι. Στα χρόνια τα δικά μου οι εφημερίδες ήταν δεκατέσσερις συν δύο αθλητικές. Σήμερα αποτελούν ένα ατέλειωτο σούπερ μάρκετ. Επιλέγεις την εφημερίδα ρωτώντας τον περιπτερά ποιες προσφορές συνοδεύουν την έκδοση. Μάλιστα, μου έκανε εντύπωση αυτές τις μέρες ότι έδιναν δώρο μάσκες. Αστειότητες. Και φυσικά όταν λες ότι είσαι δημοσιογράφος η πρώτη ερώτηση που σου κάνουν είναι «σε ποιο κανάλι δουλεύεις;». Χάθηκε το κύρος και η αίγλη του επαγγέλματος. Πάντα ήμουν μαθητής. Για μένα, η εφημερίδα αποτελεί ένα σχολείο. Και ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει συνείδηση της αποστολής του, να εκπαιδεύεται διαρκώς και να ξεχωρίζει για το δικό του, προσωπικό ύφος. Να μην εκμεταλλεύεται τη δυνατότητα που του δίνεται να έχει τον τελευταίο λόγο.
- Κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής μου πορείας στην «Ελευθεροτυπία» υπήρξαν φορές που ζητήθηκε η απόλυσή μου. Για παράδειγμα, ο Μάνος Χατζιδάκις, ένας άνθρωπος της προσφοράς, ο οποίος γνώρισε μια δόξα που ξεπέρασε τα στενά όρια αυτού του τόπου και έγινε από τα ελάχιστα σημεία αναφοράς της Ελλάδας, είχε ενοχληθεί κάποτε γιατί υπερασπιζόμουν ένα νομοσχέδιο που έγινε νόμος αργότερα και αφορούσε τα πνευματικά δικαιώματα. Μάλιστα, είχε προχωρήσει σε παρεμβάσεις ακόμη και στη διεύθυνση της εφημερίδας, ζητώντας την απόλυσή μου. Επιπροσθέτως, γνωρίζοντας ότι έχω παντρέψει τον Γιώργο Νταλάρα, σημείωνε σαρκαστικά ότι «ευνοώ» τις κουμπαριές μου. Τότε είχα ένα «υστερόγραφο» στην εφημερίδα κι έγραψα: «Αν νομίζει ο κ. Χατζιδάκις ότι με το να γίνουμε κουμπάροι θα έχει καλύτερη μεταχείριση, ευχαρίστως να τον παντρέψω».
- Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τεράστιες προσωπικότητες και να κάνω περισσότερες από 1.000 συνεντεύξεις. Δύο πρόσωπα που ξεχωρίζω στη διάρκεια των ετών είναι η Μελίνα Μερκούρη και ο Μίκης Θεοδωράκης. Η καλύτερη δημοσιογραφική αποστολή ήταν το ταξίδι στην Κούβα το 1981 και στη Νικαράγουα μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν τότε οι Σαντινίστας. Ζήσαμε μια αξέχαστη εμπειρία και γνωρίσαμε τον Φιντέλ Κάστρο. Ένα θηρίο, ο μεγαλύτερος επαναστάτης. Βγάλαμε φωτογραφίες μαζί του, γιατί κανείς δε θα πίστευε ότι τον γνωρίσαμε. Με τον Μίκη, φυσικά, δεν έλειψαν και οι εντάσεις μεταξύ μας με αφορμή δημοσιεύματά μου και υπήρχαν περίοδοι που κάναμε πολλά χρόνια να μιλήσουμε. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αναγνωρίζω το τεράστιο έργο του, την παρρησία του και τη διαύγεια της σκέψης του.
- Ο πολιτισμός ήταν πάντα στο πολιτικό περιθώριο. Στον τόπο μας οι σημαντικότερες αξίες θα έπρεπε να είναι ο πολιτισμός, ο τουρισμός και ο αθλητισμός. Καμία κυβέρνηση δεν νοιάστηκε για τον πολιτισμό, με εξαίρεση τη Μελίνα Μερκούρη, την ‒επί οκτώ χρόνια‒ πρώτη και μακροβιότερη γυναίκα υπουργό Πολιτισμού, επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. Και αυτό χάρη στην προσωπική της αίγλη, διεθνώς. Από καταβολής του, το υπουργείο αυτό, που η Μελίνα το χαρακτήριζε «βαριά βιομηχανία» και έκτοτε το επαναλαμβάνουν πολλοί, σιτιζόταν, και εξακολουθεί να σιτίζεται, με τη μισή περίπου μονάδα του κρατικού προϋπολογισμού. Άκαρποι οι αγώνες της να φτάσει στη μία μονάδα ‒ «τότε θα μπορούσαν να γίνουν θαυμάσια έργα» έλεγε. Σε μια συνέντευξη που της είχα πάρει για την «Ελευθεροτυπία», το 1982, τον πρώτο χρόνο της ως υπουργού Πολιτισμού, μου είχε πει: «Εγώ πιστεύω ότι το υπουργείο Πολιτισμού, το θέλουμε - δεν το θέλουμε, παίζει έναν τεράστιο ρόλο στην προβολή της Ελλάδας στο εξωτερικό και πιστεύω ότι μπορεί και μεγάλα αιτήματα μεγάλης εθνικής σημασίας να προωθήσει».
- Παραμένω οπαδός της ρομαντικής αριστεράς, που, δυστυχώς, δεν υπάρχει σήμερα. Η αριστερά δεν είναι πλέον αυτό που ήταν κάποτε. Γνώρισα κατά καιρούς αριστερούς με δεξιά συμπεριφορά και δεξιούς με αριστερή αντίληψη. Στην ελληνική κοινωνία με δυσαρεστεί η απουσία αγωγής. Είμαστε ένας λαός ανάγωγων. Από τον ακατανόητο εκνευρισμό στις καθημερινές διαδρομές, το ύψωμα ενός τοίχου για να κόψει τη δική σου θέα, μέχρι την έλλειψη διάθεσης ευχαρίστησης και σεβασμού απέναντι στον άλλον. Ζούμε σε μια πόλη όπου δεν ξέρεις ποιος κατοικεί δίπλα σου. Κανένα ενδιαφέρον για τον διπλανό, μια αδιαφορία, αλλά και μια τάση για αποξένωση. Ωστόσο, την Αθήνα την αγαπώ, γιατί είναι το μέρος που μου έδωσε τη δυνατότητα να γίνω αυτό που ήθελα.
- Ποτέ δεν έκανα μεγάλη ζωή. Δεν πίνω, δεν καπνίζω και δεν οδηγώ. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα οφίτσια. Ήμουν πάντοτε χαμηλών τόνων. Στους ανθρώπους εκτιμώ την εντιμότητα, τη συνέπεια και το χιούμορ. Και στη ζωή θεωρώ ότι μετρούν πολύ οι φιλικές σχέσεις. Άλλωστε τους φίλους τούς επιλέγεις. Με ενοχλεί η αχαριστία. Και πληγώθηκα, κυρίως από ανθρώπους που βοήθησα. Αλλά δεν βαριέσαι...
- «Ποτέ δεν με απασχόλησαν τα αναπάντητα ερωτήματα: η ύπαρξη του Θεού, η μετά θάνατον ζωή. Δεν μπορώ να αποδείξω ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία τους» έλεγε η Έλλη Αλεξίου και το ασπάζομαι πλήρως. Σέβομαι την πίστη του άλλου, αρκεί κι ο άλλος να μη μου επιβάλλει αυτό που πρεσβεύει. Με τη σύζυγό μου, Μαρία, γνωριστήκαμε και παντρευτήκαμε στον Καναδά. Είμαστε μαζί 49 χρόνια και έχουμε αποκτήσει έναν γιο. Η ανοχή και οι αμοιβαίες υποχωρήσεις είναι το πολύτιμο μυστικό μιας πολυετούς σχέσης. Με τη γυναίκα μου δεν έχουμε τσακωθεί ποτέ. Σήμερα δεν υπάρχει αποτύπωμα στις ανθρώπινες σχέσεις. Η ηλεκτρονική εποχή έχει αφανίσει τη μνήμη.
- Με τρομάζει η ανημποριά, η καθήλωση, το γήρας, η φθορά, αλλά όχι ο θάνατος. Για να θυμηθώ πάλι κάτι που έλεγε η «γερόντισσα» μου, Έλλη Αλεξίου: «Γεννήθηκα, μεγάλωσα, πρέπει να "φεύγω". Δηλαδή, αν μου έλεγες ότι θα μείνω αθάνατη, θα το έβλεπα σαν ένα παράδοξο φαινόμενο: να μείνω αθάνατη για να κάνω τι;». Εξακολουθώ να γράφω, να γυμνάζομαι και να διαβάζω. Από αυτά αντλώ δύναμη. Εξάλλου τα δυσκολότερα χρόνια του βίου μου τα πέρασα συντροφιά με τα βιβλία. Έκανα περισσότερα απ' όσα ήθελα. Έμαθα ότι το πρώτιστο στην πορεία της ζωής μας είναι η ηθική ακεραιότητα, η ειλικρίνεια και η εντιμότητα. Και να είσαι χρήσιμος έναντι των άλλων.
Γιάννης Ξανθούλης: Σήμαινε πολλά για πολλούς
Έφυγε χθες από τη ζωή ο Δημήτρης Γκιώνης, που σήμαινε πολλά για πολλούς, όσους τέλος πάντων δουλεύαμε σε εφημερίδες. Και για μένα, που τον Δημήτρη τον έζησα από κοντά, από την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε η «Ελευθεροτυπία».
Σωτήριον έτος 1975, κατακαλόκαιρο και ο Δημήτρης ετοιμοπόλεμος όσο κανείς. Με πείρα στο πολιτιστικό ρεπορτάζ, με περιπετειώδη ζωή στα χρόνια της επταετίας, έχοντας περάσει από το Παρίσι και μετά από τον Καναδά μαζί με φίλους στενούς, όπως ο αξέχαστος ζωγράφος -σκιτσογράφος Δήμος Σκουλάκης.
Με τον Φώντα Λάδη και άλλους συνοδοιπόρους είχαν εκδώσει το περίφημο «Τετράδιο», μια πολιτική όσο και καλλιτεχνική πολύτιμη κιβωτό της εποχής. Μου διηγόταν συγκινημένος και περήφανος τα του «Τετραδίου».
Πολυσέλιδο «Τετράδιο», όμως, στη ζωή του από το 1975 και ύστερα μετρούσε κυρίως η «Ελευθεροτυπία». Το «πολιτιστικό» το ήξερε καλά, αλλά βρέθηκε και στα μετερίζια του ρεπορτάζ της Βουλής και όχι μόνον.
Έπειτα ήρθε η ιστορική εκπομπή «Παρασκήνιο» των Χατζόπουλου - Παπαστάθη μαζί με τη Σούλα Αλεξανδροπούλου. Η Σούλα, φευγάτη από το 1986, ήταν κι αυτή άξια και μαχητική. Πώς πέρασε τόσος καιρός... Το «Παρασκήνιο» έγραψε ιστορία και ο Δημήτρης με τη Σούλα παρέμειναν στο πόστο τους ηρωικά μαχόμενοι...
Παράλληλα ο Γκιώνης αποφάσισε να μας φανερώσει, πέραν των άλλων, και την αξιόλογη λογοτεχνική του φλέβα. Η Δημητσάνα, η γενέτειρά του - γεννήθηκε εκεί το 1939-, πρωταγωνιστούσε στο πρώτο του πόνημα. Τίτλος «Τώρα θα δεις», που μιλάει για τα παιδικά του χρόνια κάτω από την αγαπησιάρικη απειλή της μάνας «τώρα θα δεις». Το βιβλίο έγινε best seller και να και το δεύτερο, με εξώφυλλο του Σκουλάκη, «Το περίπτερο». Μια προσωπική ιστορία -ένας από τους αδερφούς του είχε περίπτερο στην Αθήνα του ’50- που μέσα της συνωστίζονταν τα σοβαρά και τα ευτράπελα των περιοχών στις παρυφές της τότε Ομόνοιας. Συνεχίζει με τα «Έτσι κι αλλιώς», «Εμένα μου λες», «Για τέσσερις λόγους», «Χωρίς προστάτη» - εδώ αφηγείται θαρρετά μια περιπέτεια της υγείας του με χιούμορ... Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω το βιβλίο «Οι μεγάλες αποδράσεις», για αποδράσεις κρατουμένων από φυλακές.
Πάντοτε έγραφε και πάντα χειρογράφως. Ένας επιπλέον λόγος να τον αγαπώ, γιατί κι εγώ ουδέποτε χρησιμοποίησα γραφομηχανές και υπολογιστές. Και οι δύο σταθερά
δακτυλοδεικτούμενοι σαν προΓουτεμβέργιοι...
Ο Δημήτρης για μένα ήταν ένας «δωρικός» άνθρωπος, λιτοδίαιτος, οργανωμένος και ευθύς -έβγαζε ιδιοχείρως τα κάστανα από τη φωτιά χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες-, γι’ αυτό και πολλές φορές ήρθε σε σύγκρουση με προσωπικότητες καλομαθημένες και εθισμένες στην «αγιογραφία».
Στα χρόνια της συνταξιοδότησής του υπηρέτησε το μορφωτικό τμήμα της ΕΣΗΕΑ μαζί με την αλησμόνητη Φανή Πετραλιά. Όμως η «σύνταξη» για έναν τόσο ταγμένο «συντάκτη» δεν ήταν το φόρτε του, αλλά ο «Πανδαμάτωρ»...
Η Μαρία και ο Ιάσωνας έχουν πολλά να θυμούνται και να αγαπούν από τον δικό τους «Δημήτρη». Εμείς οι άλλοι θα υποστηρίζουμε τη λύπη στις αγαπημένες μας απουσίες.
Η ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ https://www.esiea.gr/antio-dimitri-gkioni/