Από τους ραδιοθαλάμους στο Ζάππειο, στο ταξί και στον “Θησαυρό”

Αριστερά η είσοδος των άλλοτε εγκαταστάσεων του ΕΙΡ στην πίσω πλευρά του Ζαππείου. Ο χώρος με την βαριά ιστορία, έχει αφεθεί στο έλεος των τρωκτικών, στο σκοτάδι και τον αμείλικτο χρόνο [1].
Του Δημήτρη Γ. Κουμπιά
Συνάδελφος, διαχειριστής ιστοσελίδας η οποία μου κάνει την τιμή να αναδημοσιεύει αναρτήσεις των ΣΕΛΙΔΩΝ, με αφορμή την ολοκλήρωση της ιστορίας της “Ελευθεροτυπίας” – όπως τη βίωσα για επτά χρόνια –, με παρότρυνε να εκδώσω και σε χαρτί τα κείμενα αυτά, υπογραμμίζοντας ότι «θα είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο για την ιστορία του ελληνικού Τύπου».
Του απάντησα ότι «ελπίζω να το κάνω και το βιβλίο δεν θα περιέχει μόνο τα της “Ελευθεροτυπίας”, αλλά και άλλα κείμενα που έχουν αναρτηθεί στο site μου. Που αφορούν στην ιστορία του ελληνικού Τύπου, όπως την έζησα από το 1958 έως τώρα. Όχι μόνο ως εργαζόμενος, αλλά και ως ασχολούμενος με τα κοινά του επαγγέλματος, από το 2005 μέχρι και σήμερα».
Άλλωστε έχω ήδη γράψει για το ξεκίνημά μου στην τοπική “Φιλαδέλφεια” και για έντυπα στα οποία εργάστηκα: τον “Αθλητικό Κήρυκα”, τα “Αθλητικά Χρονικά” το “Φως των Σπορ”, την “Ελευθερία”, τη “Ναυτεμπορική”, “Τα Σημερινά”, αλλά και για εφημερίδες που δεν είχα επαγγελματική σχέση μαζί τους, όπως ο “Ελεύθερος Τύπος”, η “Βραδυνή” και η “Αυγή”.
Η αναφορά ξεκίνησε με χρονολογική σειρά, η οποία… ξεστράτισε πριν από ένα χρόνο, με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την έκδοση της “Ελευθεροτυπίας”. Είχαν προηγηθεί άλλωστε και οι αναρτήσεις για τη “Ναυτεμπορική”, με την ευκαιρία των 100 χρόνων της, το 2024.
Ξαναπιάνω λοιπόν το νήμα από το κλείσιμο της “Ελευθερίας” στις 21 Απριλίου 1967, με την επιβολή της δικτατορίας, αλλά και την απόλυσή μου από τις πέντε επαρχιακές εφημερίδες που ήμουν ανταποκριτής τους στην Αθήνα.
Από τις αυτές οι τέσσερις έκλεισαν – “Δράση” Βόλου, “Θάρρος” Καρδίτσας, “Κήρυκας” Χανίων και “Πρωινή” Ηρακλείου -, ενώ η πέμπτη, τα “Τρικαλινά Νέα”, δεν χρειαζόταν πλέον ανταποκριτή, αφού ό,τι επιτρεπόταν να δημοσιευθεί μεταδιδόταν από το ΕΙΡ, το κρατικό ραδιόφωνο· στο οποίο εργαζόμουν από τις αρχές του 1966 και απολύθηκα το καλοκαίρι του 1967. Χωρίς αποζημίωση μάλιστα και Ταμείο Ανεργίας, αφού είχα προσληφθεί «με σύμβαση έργου ως έκτακτος συνεργάτης αμειβόμενος με Δ.Π.Υ».
Είχε απομένει η συνεργασία μου με το Γραφείο Τύπου της Εταιρείας Λιπασμάτων του Μποδοσάκη. Επικεφαλής ήταν ο δημοσιογράφος και ιστορικός Γρηγόρης Δαφνής [2] κι εγώ είχα αναλάβει την έκδοση ενός τριμηνιαίου house organ - εταιρικoύ περιοδικού.
Έτσι, το καλοκαίρι του 1967 για να συμπληρώσω το εισόδημά μου – η αποζημίωση της “Ελευθερίας” και το Ταμείο Ανεργίας τέλειωναν - έκανα το δίπλωμα οδήγησης επαγγελματικό και εργάστηκα σαν οδηγός ταξί, έως την Άνοιξη του 1968. Με εφημερίδες να έχουν κλείσει κι ένα γενικό μούδιασμα στο χώρο του Τύπου, λόγω και της λογοκρισίας, δεν υπήρχε επαγγελματικό φως στον ορίζοντα. Μέχρι που τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς είδα κάποιο φως και μπήκα…
Το «κάποιο φως» ήταν η έκδοση του εβδομαδιαίου περιοδικού “Νέος Οικογενειακός Θησαυρός”, από τους Μιχάλη Γάλλια, Λιονέλ Δεπόλα, Δ. Αγγελόπουλο και Κ. Παπαχριστοφίλου, με αρχισυντάκτη τον Όθωνα Χαλκιά· όλοι συνεργάτες του Γιάννη Παπαγεωργίου, εκδότη του ιστορικού περιοδικού “Θησαυρός” και της εφημερίδας “Αθηναϊκή”, που έκλεισαν λόγω της χούντας. Ο Γάλλιας μάλιστα, σπουδαίος ζωγράφος και σκιτσογράφος, ήταν ο «πατέρας» της περίφημης «χοντρής του Θησαυρού», η οποία πρωταγωνιστούσε – ως… σήμα κατατεθέν – και στο οπισθόφυλλο του νέου εντύπου.
Το φως που είδα, ήταν ο αρχισυντάκτης του νέου περιοδικού Όθων (Τοτός, όπως τον ήξερα εγώ) Χαλκιάς, γείτονάς μου στη Ν. Φιλαδέλφεια. Τους τέσσερις εκδότες τούς ήξερα μόνο κατ’ όνομα. Μελέτησα το πρώτο τεύχος του περιοδικού, που βγήκε στα περίπτερα στις 10 Αυγούστου του ’67, για να δω τι θα μπορούσε να γράψει σ’ αυτό ένας πρώην αθλητικογράφος και μετέπειτα εργαζόμενος σε πολιτική εφημερίδα. Το μόνο που βρήκα ήταν κάποιες δημοσιογραφικές έρευνες· ρεπορτάζ που θα ταίριαζαν σ’ ένα «λαϊκό περιοδικό ποικίλης ύλης», όπως αυτοαποκαλείτο.
Επισκέφτηκα τον Χαλκιά στα γραφεία του περιοδικού, στην πλατεία Κλαυθμώνος, ο οποίος αφού με απογοήτευσε λέγοντας ότι τα θέματα που πρότεινα ήταν «καλά αλλά πολύ βαριά, κατάλληλα για άλλου στιλ έντυπο», μου έδωσε και μια συμβουλή:
«Ακόμη κι αν ξεκινήσουμε συνεργασία με κομμάτια που θα μας ταιριάζουν, αυτή θα είναι περιστασιακή. Όποτε έχεις θέμα… όποτε έχουμε χώρο… Και δεν θα έχει οικονομικό ενδιαφέρον για ‘σένα, μ’ ένα δυο κομμάτια το μήνα. Βρες κάτι που να μπορεί να γίνει στήλη, ρουμπρίκα που θα δημοσιεύεται κάθε βδομάδα».
Αναζητώντας το κλειδί που θα μου άνοιγε την πόρτα του “Θησαυρού”, θυμήθηκα κάποιες μικρές αγγελίες που ξεφύτρωναν όλο και πιο πυκνά στις εφημερίδες και αφορούσαν γραφεία ιδιωτικών αστυνομικών – ερευνητών. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνω ρεπορτάζ σ’ αυτά τα γραφεία, αντλώντας στοιχεία για υποθέσεις που είχαν εξιχνιάσει. Και θα τους πρότεινα, σαν αντάλλαγμα, να αναφέρω το γραφείο ή το όνομα του ντεντέκτιβ. Βρήκα μάλιστα και τον τίτλο της ρουμπρίκας: «Οι ιδιωτικοί αστυνομικοί της Αθήνας αποκαλύπτουν».
Με εισήγηση του αρχισυντάκτη, η πρότασή μου πήρε πράσινο φως από τη διεύθυνση του περιοδικού και ξεκίνησα. Λογάριαζα όμως χωρίς τον… ξενοδόχο· τους ιδιωτικούς ντετέκτιβ της Αθήνας εν προκειμένω. Οι υποθέσεις που μου παρουσίαζαν δεν είχαν το παραμικρό ενδιαφέρον. Παρακολουθήσεις για λογαριασμό απατημένων συζύγων ή ανηλίκων για «κακές παρέες», οι πιο ενδιαφέρουσες.
Δεν ήθελα όμως να καταθέσω τα όπλα, ή μάλλον την εντολή έναρξης της συνεργασίας, αφού κάτι τέτοιο θα είχε… οικονομικές επιπτώσεις. Αποφάσισα λοιπόν ν’ αρχίσω να γράφω φανταστικές, δικές μου, ιστορίες λέγοντας στους υπευθύνους ότι «για ευνόητους λόγους, δεν θα αναφέρεται από ποιου γραφείου ιδιωτικών αστυνομικών τα αρχεία προέρχεται η κάθε υπόθεση».
Κι όταν με ρώτησαν «ποιοι είναι οι ευνόητοι λόγοι;», απάντησα πως «δεν υπάρχει λόγος να τους κάνουμε διαφήμιση», προσθέτοντας ότι «αν κάποιοι θέλουν να διαφημιστούν, ας πληρώσουν». Τους άρεσε η ιδέα και ξεκινήσαμε.

Για την ιστορία, η μοναδική διαφήμιση – μικρή αγγελία στην πραγματικότητα – που προσελκύσαμε, ήταν η εικονιζόμενη, που δημοσιεύτηκε αρκετές φορές χωρίς ποτέ να διορθωθεί το αρχικό τυπογραφικό λάθος! Το «Πρακτορείον», ο… δαίμων του τυπογραφείου το είχε κάνει «Πρακορείον». Πάντως η καταχώριση δεν μπήκε ποτέ στη σελίδα με την αντίστοιχη ρουμπρίκα, πραγματικά «για ευνόητους λόγους».
Δίσταζα ωστόσο να υπογράφω τα κείμενα με το όνομά μου, αφού πάντοτε στόχος μου ήταν η «σοβαρή» δημοσιογραφία και όχι η καριέρα σε «λαϊκά περιοδικά ποικίλης ύλης».
Τους ενδοιασμούς μου ενίσχυσε ο συνάδελφος και φίλος Νίκος Μακρίδης, με τον οποίο είχαμε δουλέψει μαζί πριν από τη δικτατορία στην εφημερίδα “Νίκη” στη αρχή της έκδοσής της από τον Π. Κόκκα, ιδιοκτήτη της “Ελευθερίας”. Σε εφημερίδα ξαναβρεθήκαμε το 1975, στην “Ελευθεροτυπία”.
Ενδιάμεσα, επί χούντας, συναντηθήκαμε στο “Νέο Οικογενειακό Θησαυρό”, όπου έγραφε το χρονογράφημα και ένα ευθυμογράφημα, υπογράφοντας σαν «Νίκος Ανδρέου». Τον ρώτησα «πόθεν το Ανδρέου» και μου εξήγησε ότι για να αποφύγει να βάζει το όνομά του στο περιοδικό – για τους λόγους που δίσταζα κι εγώ –, χρησιμοποιούσε σαν επώνυμο το όνομα του πατέρα του Ανδρέα. Μιμούμενος τον Μακρίδη, καθιέρωσα κι εγώ στο “Θησαυρό” το «Δημήτρης Γεωργίου», από το όνομα του πατέρα μου. Σύντομα συνειδητοποίησα πως ο Μακρίδης κι εγώ δεν ήμαστε οι μόνοι συνεργάτες του περιοδικού που χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα…
Οκτώβριο πάντως, η ρουμπρίκα ΟΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΙ ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ – όπως διαμόρφωσε την πρότασή μου η αρχισυνταξία –, με υπότιτλο «ΜΙΑ ΣΕΙΡΑ ΑΠΟ ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΣΘΗΚΑΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ» [3], άρχισε να δημοσιεύεται
Για την επάνοδο στον ημερήσιο τύπο, μετά τον Αύγουστο. Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.
______________________________________________________________________________________
1 Στις ΑΠΟΨΕΙΣ άρθρο του δημοσιογράφου και μέλους του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης Δημήτρη Σταυρόπουλου, με τίτλο «Σκουπιδότοπος και ποντίκια στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου».
2 Οκτώ χρόνια αργότερα, το 1974, διαδέχτηκα τον Δαφνή, για να αποχωρήσω το καλοκαίρι του 1989 από την εταιρεία, ενάμισι χρόνο μετά τη δολοφονία από τη «17 Νοέμβρη» του διευθύνοντος συμβούλου της Αλέξανδρου Αθανασιάδη, ανιψιού του Μποδοσάκη. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…
3 Όλα τα διηγήματα της σειράς, στο https://www.syntaktisylis.gr/books/oi-idiotikoi-detective-apokalyptoun