Skip to main content

Δημοσιογραφικά κακουργήματα  σε βάρος της γλώσσας

Δημοσιεύθηκε 29 Σεπτεμβρίου 2026
kakourgimata glossaΕνότητα «Η ελληνική γλώσσα στο δημόσιο λόγο και στα σύγχρονα ΜΜΕ». Αριστερά ο συντονιστής Γ. Γαβαλάς, αντιπρόεδρος της ΕΣΗΕΑ και το πάνελ: Νικολέττα Τσιτσανούδη-Μαλλίδη, Δ, Κουμπιάς, Σόνια Χαϊμαντά,  Δ. Μανιατάκος και Ν. Σαραντάκος.

Του Δημήτρη Γ. Κουμπιά*

Κυρίες και κύριοι, θα ξεκινήσω με μια κάπως προκλητική φράση: «Κακούργημα διαρκείας ο βιασμός της γλώσσας». Έτσι είχε τιτλοφορήσει ο συνάδελφος Γιώργος Δουατζής κείμενό του, που δημοσιεύτηκε πριν από δυο χρόνια περίπου, Νοέμβριο 2024,  στο site μου syntaktisylis.gr. Διατύπωση υπερβολική; Καθόλου.

Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα εργαλείο με το οποίο συνεννοούμαστε. Δεν είναι ένα σύνολο λέξεων που χρησιμοποιούμε μηχανικά για να μεταφέρουμε πληροφορίες. Η γλώσσα είναι εργαλείο σκέψης. Με τις λέξεις οργανώνουμε τις σκέψεις μας, διατυπώνουμε τις απορίες μας, εκφράζουμε τα συναισθήματά μας, επιχειρηματολογούμε, αμφισβητούμε, πείθουμε.

Επομένως, όταν φτωχαίνει η γλώσσα, φτωχαίνει σε κάποιο βαθμό και η σκέψη. Όταν κακοποιείται η γλώσσα, δεν κακοποιούνται μόνον οι λέξεις. Περιορίζεται ο ορίζοντας μέσα στον οποίο μπορούμε να σκεφτούμε. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη ευθύνη της δημοσιογραφίας: να μην υποφέρει η γλώσσα από συνεχή κατάγματα.
Η δημοσιογραφία ολισθαίνει εδώ και χρόνια, αλλά στις τελευταίες δεκαετίες η διολίσθηση επιταχύνθηκε. Η πτώση της ποιότητας καταγράφεται σε πολλούς τομείς: στην εγκυρότητα, στη θεματολογία, στη σοβαρότητα, στο ύφος, στην ανεξαρτησία· και φυσικά στη γλώσσα. Εκεί τα λάθη φυτρώνουν και πληθαίνουν σαν αγριόχορτα. Και δεν είναι λάθη μόνον ορθογραφικά, γραμματικά ή συντακτικά… Είναι και η αυθαιρεσία στην ορολογία· με την ακατάσχετη είσοδο ξένων λέξεων και αγοραίας φρασεολογίας.

Η υπερπληθώρα των μέσων ενημέρωσης, η ταχύτητα, ο ανταγωνισμός για την τηλεθέαση και τα κλικ, η πίεση του χρόνου και συχνά η υποβάθμιση των εργασιακών συνθηκών έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η προχειρότητα μπορεί εύκολα να γίνει κανόνας. Συν το ότι ζούμε σε μια εποχή ενημερωτικής αδηφαγίας· περισσότεροι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί,  εφημερίδες και περιοδικά με τα απειράριθμα site τους, social media…
Το αποτέλεσμα το βλέπουμε καθημερινά: Άνθρωποι χωρίς επαρκή γλωσσική κατάρτιση, παίρνουν ένα μικρόφωνο και όχι μόνο περιγράφουν αλλά και σχολιάζουν θέματα για τα οποία γνωρίζουν ελάχιστα. Σήμερα εμφανίζονται ως επιδημιολόγοι, αύριο ως σεισμολόγοι και μεθαύριο ως ειδικοί σε οποιοδήποτε αντικείμενο προσφέρει η επικαιρότητα.

Και όταν η άγνοια συνδυάζεται με την αυτοπεποίθηση, τότε έχουμε ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο μείγμα. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνον η γραμματική και το συντακτικό. Είναι και η δημοσιογραφική δεοντολογία. Ένας δημοσιογράφος που μεταδίδει μια είδηση χωρίς να ελέγξει την πηγή της μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά από έναν δημοσιογράφο που έκανε ένα γραμματικό λάθος.

Όταν δεν είμαστε βέβαιοι, δεν είναι ντροπή να πούμε: «Με επιφυλάξεις αναφέρω ότι…»

Αντίθετα, αυτή η φράση είναι δείγμα επαγγελματισμού. Γι' αυτό και δεν ταιριάζει το χαμόγελο όταν μιλάμε για ανθρώπινη τραγωδία. Δεν ταιριάζει η τρομολαγνεία,  όπως  δεν ταιριάζει και η δημοσιογραφική έπαρση.
Στο βιβλίο μου «Ο Συντάκτης Ύλης», που κυκλοφορεί σε 4η έκδοση, από τις Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη, γράφω:  “Ο δημοσιογράφος δεν μιλά ούτε γράφει μόνο για τον εαυτό του. Απευθύνεται σε ένα τεράστιο κοινό. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ακούν καθημερινά τους δημοσιογράφους στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, διαβάζουν τις εφημερίδες, ενημερώνονται από τα ψηφιακά μέσα. Οι δημοσιογράφοι συνεπώς  σε μεγάλο βαθμό τη διαμορφώνουν τη γλώσσα .
Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Ακούμε και διαβάζουμε καθημερινά εκφράσεις που κάποτε θα προκαλούσαν απορία ή γέλιο: «η λεωφόρο Αλεξάνδρας», «η έξοδο προς Χαλάνδρι», «εκκενώθηκαν οι κάτοικοι». Βγήκαν τα «μικρόφωνα» στους δρόμους. Νεαροί και νεαρές, πολλές φορές χωρίς καλή άρθρωση, χωρίς επαγγελματική κατάρτιση και γνώσεις, ρωτούν τη μητέρα που θρηνεί για τον απροσδόκητο θάνατο του παλικαριού της, «πώς αισθάνεται». Χαρακτηριστικά,  αυτά που ακούστηκαν σε ρεπορτάζ της κηδείας του του άλλοτε βασιλιά της Ισπανίας: «Την βασιλομήτωρ», «του εκλιπών», «του Χουάν Κάρλου», «οι σορές των βασιλέων».
Ταυτόχρονα, ακούμε αδιάκοπα αγγλικές λέξεις και εκφράσεις, ακόμη και όταν υπάρχουν απολύτως σαφείς και εύχρηστες ελληνικές:  «ας κάνουμε time out», «πάμε σε br
eak».

Δεν πρόκειται να υποστηρίξω ότι η ελληνική γλώσσα πρέπει να κλειστεί σε ένα μουσείο και να αρνείται κάθε ξένη λέξη. Οι γλώσσες πάντοτε δανείζονται, εξελίσσονται, αλλάζουν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η ξένη λέξη χρησιμοποιείται όχι επειδή είναι αναγκαία, αλλά επειδή θεωρείται πιο «μοντέρνα», πιο εντυπωσιακή ή πιο εμπορική.

Και το ίδιο συμβαίνει με τους τίτλους των ειδήσεων, που κάποτε προσπαθούσαν να πληροφορήσουν για την ουσία του θέματος. Σήμερα συναντούμε όλο και συχνότερα τίτλους-γρίφους: «Τι είπε ο πρωθυπουργός», «Πότε θα βρέξει», «Πότε γυρίζουν τα ρολόγια μία ώρα πίσω;». Ρωτάμε τον αναγνώστη; Ή τον υποχρεώνουμε να πατήσει, να ανοίξει, να ψάξει, για να μάθει ποια είναι η είδηση;
Η δημοσιογραφία όμως δεν πρέπει να παίζει κρυφτό με την είδηση. Η σαφήνεια είναι αρετή. Η ακρίβεια είναι υποχρέωση. Και η γλώσσα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της δημοσιογραφίας· είναι το ίδιο το μέσο της.

Και ίσως εδώ χρειάζεται να θυμηθούμε πώς ήταν κάποτε τα πράγματα. Οι εφημερίδες υπήρξαν για πολλές δεκαετίες πραγματικές σχολές δημοσιογραφίας. Οι νέοι δημοσιογράφοι ξεκινούσαν από τα πιο απλά: εφημερεύοντα φαρμακεία, πρόγνωση του καιρού, μονοστηλάκια με μικρές ειδήσεις. Δίπλα τους υπήρχαν παλαιότεροι και έμπειροι δημοσιογράφοι που τους διόρθωναν, τους καθοδηγούσαν, τους μάθαιναν όχι μόνο πώς να γράφουν, αλλά και πώς να σκέφτονται δημοσιογραφικά. Υπήρχε, με άλλα λόγια, ο δημοσιογράφος - δάσκαλος”.

Εξάλλου, ο σωστός δημοσιογράφος οφείλει να διαβάζει και να ενημερώνεται περισσότερο απ' όσο γράφει ή μιλάει. Αυτή είναι η προστιθέμενη αξία του.

Η δημοσιογραφία δεν έχει μόνο ενημερωτικό χαρακτήρα. Έχει, θέλοντας και μη, παιδευτικό και παιδαγωγικό ρόλο. Κάθε φορά που ένας δημοσιογράφος χρησιμοποιεί σωστά μια λέξη, διδάσκει. Κάθε φορά που χρησιμοποιεί λάθος μια λέξη και αυτή επαναλαμβάνεται χιλιάδες φορές, επίσης διδάσκει — αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Γι' αυτό και η μάχη για τη γλώσσα είναι μάχη υπέρ της ακρίβειας, της σαφήνειας και της σκέψης. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πραγματικό μας χρέος. Οι δημοσιογράφοι δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούν αρχαΐζουσα ή δύσκολες λέξεις για να αποδείξουν την καλλιέργειά τους. Απλά πρέπει:

Να ξέρουν τι λένε. Να καταλαβαίνουν τι γράφουν και να ελέγχουν πριν μεταδώσουν. Να σέβονται τη γλώσσα και να θυμούνται ότι πίσω από κάθε λέξη υπάρχει ένας άνθρωπος που τους ακούει. Γιατί η γλώσσα μας είναι ένας ανεκτίμητος πλούτος. Δεν μας ανήκει μόνο ως κληρονομιά των προηγούμενων γενεών. Την παραλαμβάνουμε και την παραδίδουμε.
Ίσως δεν είναι άσχετη με το θέμα μας η πρόσφατη διαπίστωση του Προγράμματος Διεθνούς Αξιολόγησης Φοιτητών (PISA)  ότι «σημαντικό ποσοστό μαθητών, που ξεπερνά το 20% κατά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην κατανόηση του σχολικού γραπτού λόγου και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στην παραγωγή γραπτού λόγου. Δεν θα μπορεί να κατανοεί με επάρκεια τον προφορικό και γραπτό λόγο, να διατυπώνει με σαφήνεια τη σκέψη του, να κάνει αφαιρετικούς συνειρμούς, να αναπτύσσει κριτική σκέψη». Με άλλα λόγια, δεν καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, αφού το διάβασμα απαιτεί βαθιά συγκέντρωση, ενώ η ψηφιακή καθημερινότητα εκπαιδεύει στο ακριβώς αντίθετο: στη διαρκή διάσπαση προσοχής.

Το ερώτημα δεν είναι αν θα αλλάξει η γλώσσα. Πιθανότατα θα αλλάξει· τα πάντα ρει… Το ερώτημα είναι προς ποια κατεύθυνση θα αλλάξει. Και εδώ η δημοσιογραφία έχει τεράστια ευθύνη. Ο δημοσιογράφος δεν έχει χρέος μόνο να γράφει και να μιλάει. Πρέπει να γνωρίζει, να σκέφτεται, να ελέγχει και — πάνω απ' όλα — να υπηρετεί την αλήθεια και τη γλώσσα. Και τότε, ίσως, το «κακούργημα διαρκείας» επιτέλους να πάψει να διαπράττεται.

* Το κείμενο της εισήγησής μου στο 19ο Δημοσιογραφικό Συνέδριο της Σαμοθράκης.