Skip to main content

Η Οδός Ανθέων του Δημήτρη Δραγώγια

Δημοσιεύθηκε 11 Μαρτίου 2026

antheon 1antheon 2

«Η Οδός Ανθέων δεν είναι ένα βιβλίο για το τι έγινε, αλλά για το πώς έμεινε μέσα μας αυτό που έγινε». Έτσι περιγράφει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Δραγώγιας τη νέα του συλλογή διηγημάτων, προσθέτοντας ότι δεν πρόκειται «για μια ακόμα περιγραφή της πόλης, αλλά μια διαδρομή στις στιγμές που έμειναν μέσα μας». Το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μπαρμπουνάκη - και  αποτελείται από 23 διηγήματα -, είναι το δεύτερο του συγγραφέα μετά το “Επτά”, το οποίο εκδόθηκε το 2017.
Βεβαίως, η “Οδός Ανθέων” δεν είναι ένας πραγματικός δρόμος στον χάρτη της πόλης. Είναι περισσότερο μια εσωτερική διαδρομή μέσα στη Θεσσαλονίκη: στις στοές, στις αυλές, στα λεωφορεία της νύχτας, στα Λαδάδικα, στο λιμάνι, στις γωνιές όπου η πόλη αποκαλύπτει τις πιο κρυφές της ιστορίες.

Με ατμόσφαιρα αστικής μυθολογίας, λυρικό νουάρ και υπόγειο χιούμορ, τα διηγήματα συνθέτουν ένα ενιαίο λογοτεχνικό σύμπαν που περιστρέφεται γύρω από την ίδια την πόλη. Η Θεσσαλονίκη δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Είναι ο συνεκτικός ιστός που ενώνει τις ιστορίες – μια πόλη που, όπως λέει ο συγγραφέας, τελικά «μας κατοικεί περισσότερο απ’ όσο την κατοικούμε». Η «Οδός Ανθέων» δεν είναι απλώς μια συλλογή ιστοριών. Είναι μια υπενθύμιση ότι κάθε πόλη κρύβει μέσα της αμέτρητες αφηγήσεις – και ότι μερικές φορές χρειάζεται μόνο κάποιος να τις ακούσει για να τις γράψει.
 Όταν σε συνέντευξη ο συγγραφέας ρωτήθηκε εάν θέλει να περάσει κάποιο μήνυμα, απάντησε πως δεν πιστεύει σε αυτά: «Αν ένα βιβλίο θέλει να δώσει μήνυμα, καλύτερα να γράψει κανείς δοκίμιο. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να δημιουργήσω μετατοπίσεις. Αν κάποιος κλείσει το βιβλίο και κοιτάξει ένα παγκάκι ή ένα λεωφορείο λίγο διαφορετικά, τότε κάτι έχει αλλάξει. Αυτό αρκεί».

 Όσο για το πιο διήγημα τον εκφράζει περισσότερο, αποκάλυψε πως είναι «Η τελευταία πρωινή εφημερίδα» διότι «μιλά για τη δύναμη των τίτλων».

Ολόκληρη η συνέντευξη

Τι είναι τελικά η «Οδός Ανθέων»; Είναι ένας δρόμος που δεν υπάρχει στον χάρτη, αλλά τον έχουμε περπατήσει όλοι. Είναι οι μικρές εσωτερικές διαδρομές που κάνουμε όταν νομίζουμε ότι απλώς γυρίζουμε σπίτι. Δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που να περιγράφει τη Θεσσαλονίκη, άλλωστε την πόλη έχουν περιγράψει όλοι οι σπουδαίοι λογοτέχνες, ως κοινωνικό σώμα, πολιτικό πεδίο, νοσταλγική μνήμη, μεταπολεμικό τραύμα, ερωτικό σκηνικό, από τον Αναγνωστάκη, τον Χριστιανόπουλο, τον Ασλάνογλου, τον Βασιλικό και τον Μαζάουερ, έως τους πιο σύγχρονους, τον Ιωάννου, τον Σερέφα, τον Σκαμπαρδώνη, τον Ζουργό, έχει υμνηθεί από όλους τους συνθέτες μας και στιχουργούς μας. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που να δείχνει τι κάνει μια πόλη μέσα μας. Πώς σε διαμορφώνει χωρίς να το καταλαβαίνεις. Είναι 23 ιστορίες που ξεκινούν από μικρές σκηνές - ένα παγκάκι, μια εφημερίδα, ένα λεωφορείο - και καταλήγουν σε κάτι πιο εσωτερικό. Ίσως πιο αμήχανο.
Γιατί “των ονείρων και των σκιών”;
Τα “όνειρα” γιατί τα περισσότερα διηγήματα ξεκίνησαν από ανολοκλήρωτα όνειρα δικά μου. Όχι τα μεγάλα και θεαματικά. Τα μικρά, εκείνα που ξυπνάς και δεν θυμάσαι ακριβώς τι είδες, αλλά σου μένει μια αίσθηση. Και σχεδόν πάντα αυτά τα όνειρα είχαν ένα τοπόσημο της Θεσσαλονίκης. Ένα φως στο λιμάνι, μια στάση λεωφορείου, μια άδεια πλατεία. Οι “σκιές” μπήκαν γιατί οι σκιές είναι πιο ειλικρινείς από το φως. Δεν δείχνουν όλο το σώμα· δείχνουν το περίγραμμα. Και τελικά έτσι λειτουργεί και η μνήμη. Δεν θυμόμαστε τα πάντα· θυμόμαστε αυτό που αντέχουμε.
Πόσο προσωπικό είναι το βιβλίο;
Η “Οδός Ανθέων” υπάρχει πραγματικά. Μεγάλωσα εκεί. Έφυγα. Και κάποια στιγμή επέστρεψα. Οπότε θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι απλώς μια βιογραφική λεπτομέρεια. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το “Ανθέων” έχει κάτι ειρωνικό. Τα άνθη είναι το πιο εύθραυστο πράγμα στη φύση. Ανθίζουν, μυρίζουν, και μετά χάνονται. Δεν κρατούν πολύ. Είναι στιγμές. Και τελικά η μνήμη μας λειτουργεί σαν άνθος· ανθίζει για λίγο και μετά μένει μόνο το περίγραμμα. Μου άρεσε αυτή η αντίφαση: ένας δρόμος  - κάτι σταθερό, σκληρό, αστικό - να φέρει όνομα τόσο εύθραυστο. Σαν να κουβαλάει μέσα του μια υπόσχεση που δεν είναι βέβαιο ότι θα κρατηθεί. Κι έτσι λειτουργεί και η πόλη. Είναι τσιμέντο, αλλά μέσα της υπάρχουν μικρές ανθοφορίες στιγμών που δεν επαναλαμβάνονται. Και ίσως το “Ανθέων” να υποδηλώνει και κάτι ακόμη: ότι ό,τι θεωρούμε δεδομένο, κάποτε υπήρξε άνθος. Κάποτε ήταν καινούργιο, εύθραυστο, ζωντανό. Μετά έγινε συνήθεια. Μετά έγινε δρόμος. Γι’ αυτό και η “Οδός Ανθέων” δεν είναι απλώς μια οδός. Είναι η διαδρομή από την ανθοφορία στη μνήμη. Δεν είναι αυτοβιογραφία, αλλά δεν είναι και ξένο. Δεν μπορείς να γράψεις 23 ιστορίες χωρίς να αφήσεις μέσα τους κάτι από τη δική σου σιωπή. Δεν έγραψα γεγονότα από τη ζωή μου· έγραψα συναισθήματα που θα μπορούσαν να είναι δικά μου. Και νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η λογοτεχνία: όχι στο “τι έγινε”, αλλά στο “πώς έμεινε μέσα σου”.
Πώς βλέπετε τη Θεσσαλονίκη μέσα στο βιβλίο;
Δεν την ήθελα ούτε ωραιοποιημένη ούτε κατηγορούμενη. Είναι μια πόλη που δεν σου φωνάζει. Σε παρακολουθεί ήσυχα. Δεν την περιγράφω ως γοητευτική· όλοι έχουν γοητεία. Τη βλέπω σαν έναν τόπο που κρατά μνήμη. Σαν έναν οργανισμό που παίρνει κάτι από σένα και σου επιστρέφει κάτι άλλο, ίσως πιο ώριμο, ίσως πιο βαρύ.
Υπάρχει κάποιο μήνυμα;
Δεν πιστεύω πολύ στα “μηνύματα”. Αν ένα βιβλίο θέλει να δώσει μήνυμα, καλύτερα να γράψει δοκίμιο. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να δημιουργήσω μετατοπίσεις. Αν κάποιος κλείσει το βιβλίο και κοιτάξει ένα παγκάκι ή ένα λεωφορείο λίγο διαφορετικά, τότε κάτι έχει αλλάξει. Αυτό αρκεί.
Γιατί επιλέξατε το διήγημα;
Γιατί η πόλη δεν σου δίνεται ολόκληρη. Σου δίνει θραύσματα. Το διήγημα είναι η φόρμα του θραύσματος. Δεν υπόσχεται ότι θα τα ενώσει όλα. Και μου άρεσε αυτή η ειλικρίνεια. Κάθε ιστορία είναι μια μικρή αυτόνομη ρωγμή.
Υπάρχει χιούμορ στο βιβλίο;
Ναι, αλλά όχι για να γελάσουμε δυνατά. Είναι ένα χαμηλό, υπόγειο χιούμορ. Είναι η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι η ζωή έχει μια ειρωνεία και αντί να θυμώσεις, χαμογελάς. Το χιούμορ είναι άμυνα. Και νομίζω ότι η λογοτεχνία χωρίς άμυνα γίνεται είτε μελό είτε διδακτική.
Ποιο διήγημα σας εκφράζει περισσότερο;
Αυτό αλλάζει. Ίσως “Η τελευταία πρωινή εφημερίδα”, γιατί μιλά για τη δύναμη των τίτλων. Ως δημοσιογράφος ξέρω πόσο μια λέξη μπορεί να φτιάξει ή να διαλύσει μια πραγματικότητα. Κι αυτό με απασχολεί πολύ.
Τι θέλετε να μείνει στον αναγνώστη;
Όχι συγκίνηση με το ζόρι. Μια ήσυχη αναγνώριση. Εκείνο το αίσθημα ότι “κάτι από αυτό με αφορά”. Αν συμβεί αυτό, το βιβλίο έχει βρει τον δρόμο του.

  • Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε την Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026 στην αίθουσα «Μανόλης Αναγνωστάκης», στο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης από τον δήμαρχο της πόληςΣτέλιο Αγγελούδη, τη δημοσιογράφο  Ευγενία Γήτα, τον επίσης δημοσιογράφο Στέφανο Τσιτσόπουλο και τον ίδιο τον συγγραφέα, με συντονίστρια τη δημοσιογράφο Αναστασία Καρυπίδου.