Skip to main content

Κάτι… σαν παραμύθι, Ο χορός του φεγγαριού

nikolakakis 1 nikolakakis 2
Δυο βιβλία του Βαγγέλη Κ. Νικολακάκη

“Κάτι… σαν παραμύθι” και “Ο χορός του φεγγαριού”. Δυο τίτλοι ισάριθμων βιβλίων ηθογραφικού περιεχομένου, του συναδέλφου Βαγγέλη Κ. Νικολακάκη. «Το βιωματικό», όπως το αποκαλεί ο συγγραφέας  «Παραμύθι είναι βασισμένο σε πραγματικό γεγονός όπως το διηγήθηκε φίλος πού το έζησε ο παππούς του». Το δεύτερο βιβλίο, είναι αφιερωμένο «στη μνήμη όλων όσοι αφήσαν πατρίδα και αγαπημένους για μια καλύτερη ζωή στην ξενιτιά και γύρισαν πίσω ή έφυγαν στα ξένα με τον καημό της πατρίδας».

Το “παραμύθι”, στο οποίο έγινε αλλαγή των ονομάτων και των τοποθεσιών καθώς και των χρόνων πού τα γεγονότα διαδραματίζονται, αφηγείται την ιστορία της Αλκμήνης. Που έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα, έγινε προγιαγιά και πάντα με συγκίνηση έλεγε σε παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα την ιστορία της γιαγιάς Μαρίας και του παππού Μαρκουλή· του Μάρκου «που μέχρι πού έφυγε από τη ζωή θυμότανε τα λόγια του πατέρα Νικόλαου, του σεβάσμιου γέροντα πού του έδωσε τη λύση στο μεγάλου του πρόβλημα και του έδιωξε το φόβο. Έκανε στη ζωή του όλα όσα ονειρευότανε από παιδί. Μα πονούσε όταν τις γιορτάρες μέρες έβλεπε στο βλέμμα της Μαριώς του μια σκιά, αυτή πού της είχε αφήσει η συμπεριφορά των γονιών και των αδελφών της. Ο Μάρκος όσο και αν προσπάθησε τούτη τη σκιά δεν την έδιωξε ποτέ. Μόνο πού κάθε φορά πού την έβλεπε αγκάλιαζε τη Μαριώ του και καθότανε αμίλητοι για ώρα, μέχρι πού εκείνη να ξεκινήσει μια κάποια κουβέντα, απλά για να ξαναφέρει το γέλιο και τη χαρά στο σπιτικό της.
Όταν οι γονείς της έφυγαν από τη ζωή, ήταν εκεί, μέσα σε ένα αυτοκίνητο από μακριά και έκλαιγε βουβά… Ίσως και εκείνοι να έφυγαν με τον πόνο της απουσίας της, μα πού ο εγωισμός δεν τους άφηνε να βλέπουν καθαρά. Αυτό που την πονούσε πιο πολύ ήτανε η συμπεριφορά από τα αδέρφια της. Το μεγάλο «γιατί» δεν απαντήθηκε ποτέ. Το όνομά της δεν ακούστηκε ποτέ από τη μέρα πού κλέφτηκε στο πατρικό της σπίτι. Μάθαινε νέα αραιά και πού μόνο από τις φίλες της, όταν και εκείνες μάθαιναν κάτι. Γιατί ο Καπνονικολής είχε απαγορέψει σε όλους να αναφέρονται σε αυτήν. Λες και ποτέ δεν υπήρξε στη ζωή του η Μαρία του, η πριγκίπισσά του…»
Παρουσιάζοντας το βιβλίο, η πρόεδρος της ΧΕΝ Ρεθύμνης, Ειρήνη Κουτσαλεδάκη – Καπετανάκη, τόνισε μεταξύ άλλων: «Αυθόρμητος τρόπος γραφής που… αναπολεί και αφήγηση με λέξεις Κρητικής διαλέκτου. Μεράκι, απλός λόγος που ρέει, εναλλαγή εικόνων σε πλημμυρίζει κατά την ανάγνωση. Η όσφρηση της μυρωδιάς του ξύλου πού καίει στο τζάκι της ηρωίδας μάνας και γιαγιάς Μαρίας, η γεύση του γάλατος με μακαρόνια και του ρυζόγαλου με κανέλα αφήνει γλυκιά θύμηση Κρητικών εδεσμάτων παλαιών μα και τόσο σύγχρονων. Εικόνες της αρχιτεκτονικής διαρρύθμισης του σπιτιού της υπαίθρου περνούν από μπροστά σου. Στην εποχή της ψηφιοποίησης και της διάδοσης της πληροφορίας τούτη η γραφή μας παρουσιάζει με παραστατικό απλοϊκό τρόπο την καθημερινότητα της Κρητικής υπαίθρου, με τις εποχιακές εργασίες του τρύγου, του οργώματος, του μαζώματος των ελιών αλλά και της πρώτης μορφής τοπικής εξέλιξης των τοπικών κοινωνιών με τις κοινότητες, τους πρώτους συνεταιρισμούς. Κεντρικοί ήρωες, μια οικογένεια της Κρήτης. Άνθρωποι και όχι υπεράνθρωποι, πρώτοι κόκκοι της οικογένειας, του χωριού, της κοινωνίας. Η γιαγιά καθισμένη στην πρασιά γίνεται βιβλίο ζωής, γνώση για τον κάθε αποκαμωμένο εγκεφαλικά καθημερινό αναγνώστη. Γίνεται θύμηση του παρελθόντος πού μεταλαμπαδεύεται στο μέλλον πού δεν είναι άλλο από τα εγγόνια της Μανουήλ και Ηρώ. Το μέτρο, ο σεβασμός αξιών και προσώπων της παράδοσης γίνεται από το συγγραφέα μας θυμίαμα μνήμης στην ιδία του τη μάνα και τα συγγενικά του πρόσωπα».

 Στον “χορό του φεγγαριού” πρωταγωνιστούν ο Αποστόλης, η Αργυρώ, η Ευρύκλεια, ο Γιώργης και η Μαρία, αλλά και ο Λευτέρης με την Αθηνά· πρόσωπα μιας ολόκληρης εποχής για την Ελλάδα και την Κρήτη. Ήταν τότε που με το «Πατρίς» αλλά και άλλα υπερωκεάνεια χιλιάδες Ελλήνων, από ολόκληρες οικογένειες μέχρι ελεύθερα παιδιά, άντρες και γυναίκες – μεταξύ αυτών και οι περίφημες «νύφες» – άφηναν την χώρα τους, τα χωριά και τις πόλεις για μια καλύτερη τύχη στην Αυστραλία. Οι κοπέλες – γυναίκες με την φωτογραφία τους στο χέρι και οι υπόλοιποι μέσω της υπηρεσίας μετανάστευσης για δουλειές οπουδήποτε. Ήταν τότε που χωρίστηκαν οικογένειες και αγάπες, ερήμωσαν ολόκληρα χωριά κυρίως ορεινά και άγονα. Όσοι έφυγαν στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν γύρισαν στην πατρίδα, έμειναν εκεί, έκαμαν οικογένειες, ακόμη και παντρεμένοι πού πήγαν μόνοι με σκοπό μετά από λίγα χρόνια να καλέσουν τις οικογένειές τους, έκαμαν νέες οικογένειες. Ο Αποστόλης, η Αργυρώ και η Ευρύκλεια μαζί με την κόρη της τελευταίας επέστρεψαν στην Κρήτη αφού οι δεσμοί τους εκεί ήταν ισχυρότεροι από την άνετη ζωή στην επί 25 και παραπάνω χρόνια νέα τους πατρίδα. Έμειναν στο φτωχό και ορεινό χωριό τους, εκεί από όπου ξεκίνησε η περιπέτειά τους και η Αυστραλία έμεινε σαν μια – καλή ή κακή δεν έχει σημασία – ανάμνηση.
Στο επίμετρο του βιβλίου, ο Βαγγέλης Νικολακάκης γράφει: «Εύχομαι ο παλιός γείτονάς μου στο χωριό μου ο Γιάννης, μετανάστης από παιδί στην Αυστραλία και συχνός επισκέπτης του χωριού μας στις διακοπές, να επιστρέψει κάποια στιγμή μόνιμα στις γειτονιές και στους φίλους πού μεγάλωσε».

 

  • Δημοσιεύθηκε