Skip to main content

Μας εγκατέλειψε ο μακροβιότερος συνάδελφος

Δημοσιεύθηκε 30 Αυγούστου 2026

kazakos 1kazakos 2kazakos 3kazakos 4


Ο Κυριάκος Καζάκος σε τέσσερις φάσεις της ζωής του.
Του Δημήτρη Γ. Κουμπιά

Έως πριν από μερικές ημέρες έλεγα ότι «έχουμε μείνει μια ντουζίνα» από
το συντακτικό προσωπικό της “Ελευθερίας”· από τις 20 Αυγούστου όσοι μείναμε μετριόμαστε στα δάχτυλα – ευτυχώς και- των δυο χεριών συν ένα. Λιγοστέψαμε μετά το θάνατο του μακροβιότερου όλων, του Κυριάκου Καζάκου 28 μέρες μετά τη συμπλήρωση των 103 χρόνων του. Είχε συνταξιοδοτηθεί το Σεπτέμβριο του 1985 και στον ΕΔΟΕΑΠ είχε αριθμό μητρώου 127· ήταν μεγαλύτερος αδελφός του αείμνηστου προέδρου του Οργανισμού  Βασίλη Καζάκου.
Το «μακροβιότερος» το επισημαίνει και η ΕΣΗΕΑ στην ακόλουθη ανακοίνωσή της με τίτλο «Απεβίωσε ο Κυριάκος Καζάκος, μακροβιότερο μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΕΔΟΕΑΠ»:

«Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ με συγκίνηση ανακοινώνει ότι στις 20 Αυγούστου, απεβίωσε, πλήρης ημερών, ένας εκ των τελευταίων εκπροσώπων μιας σπουδαίας γενιάς δημοσιογράφων, ο βετεράνος Κυριάκος Καζάκος, σε ηλικία 103 ετών.
Ο Κυριάκος Καζάκος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1923 και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τη δημοσιογραφική του πορεία ξεκίνησε το 1958 από την εφημ. «ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ ΤΥΠΟΣ» και συνέχισε στην «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», τη «ΝΙΚΗ», τη «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ» αλλά και τα περιοδικά «ΦΑΝΤΑΣΙΑ», «ΕΙΚΟΝΕΣ» και «ΧΟΜΠΥ». Υπήρξε συνεργάτης ναυτιλιακών εντύπων και ειδικών εκδόσεων, ενώ απασχολήθηκε στο Β’ Πρόγραμμα της ΕΙΡ αλλά και στο ραδιόφωνο του «ΑΝΤΕΝΝΑ».
Πέραν της μακράς του δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας ως ρεπόρτερ και συντάκτης ύλης, ο Κυριάκος Καζάκος υπήρξε αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και μέλος του Πανελληνίου Συνδέσμου Δημοσιογράφων Αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης 1941-44. Για τη δράση του, τιμήθηκε από το ΓΕΕΘΑ με Μετάλλιο και Δίπλωμα Εθνικής Αντίστασης, ενώ, σε όλο τον βίο του, παρέμεινε αταλάντευτα μαχητικός, βαθιά προσηλωμένος στους κοινωνικούς αγώνες και στις αρχές και τις αξίες της δημοσιογραφίας. Ήταν παρών σε όλες τις αγωνιστικές διεκδικήσεις της Ενώσεως και επί σειρά ετών εκλεγόταν ως μέλος της Εφορευτικής Επιτροπής».
Για την ιστορία, οι εναπομείναντες από τους συντάκτες της “Ελευθερίας” είμαστε: Νίκος Γερακάρης, Καίτη Δουλγεράκη, Κώστας Κουμπέτσος, Ηρακλής Κόφφας, Βασίλης Μητρόπουλος, Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, Βαγγέλης Μυγδάλης, Αλίκη Ξένου – Βενάρδου, Γιάννης Παπαδημητρόπουλος, Βασίλης Πετρομανιάτης και ο γράφων. Ελπίζω… να μου διαφεύγει κάποιος ή κάποια.
Τον Κυριάκο Καζάκο τον είχα γνωρίσει ως διορθωτή στο τυπογραφείο της “Ελευθερίας” και είχα εντυπωσιαστεί από την ευρυμάθειά του. Έμαθα πολλά από αυτόν.
Σαν αποχαιρετισμό στο φίλο, συνάδελφο από τα πρώτα μου βήματα στο επάγγελμα και γείτονα επι 26 χρόνια στα Βριλήσσια, ένα ρεπορτάζ του όπως δημοσιεύτηκε στο – τελευταίο πριν από τη δικτατορία - τεύχος (42, Μάρτιος 1967) του περιοδικού “Ελευθεροτυπία”* που εξέδιδε ο Αλέκος Φιλιππόπουλος.  Το κείμενο ήταν εντελώς αντίθετο από τη γραμμή της εφημερίδας στην οποία δουλεύαμε, αλλά στην “Ελευθερία” δεν υπήρχαν τέτοια προβλήματα…Τίτλος:

kazakos 5
Του συνεργάτου μας κ. Κυριάκου Καζάκου

Στις 6 Μαρτίου επρόκειτο να γίνει στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο η δίκη δύο Αθηναίων δημοσιογράφων των κ.κ. Ι. Βούλτεψη και Δ. Σαπρανίδη πού εκατηγορούντο από τον εισαγγελέα ως ψεύδορκοι. Η δίκη όμως δεν έγινε (όπως και δύο προηγούμενες φορές για λόγους ανεξαρτήτους προς τη θέληση των κατηγορουμένων) λόγω αιφνίδιας ασθένειας του δευτέρου δημο­σιογράφου. Η ασθένεια όμως δεν έγινε πιστευτή και προς γενική κατάπληξη του δημοσιογραφικού κόσμου, μετά την πρώτη μετάβαση ανακριτού στο νοσοκομείο όπου ενοσηλεύετο ο ασθενής, εστάλη και δεύτερος ο οποίος εν απουσία του χειρουργού ιατρού απεκάλυψε το τραύμα του πάσχοντος δημοσιογράφου για να βεβαιωθεί ότι δεν επρόκειτο περί σκηνοθεσίας.
Αλλά η όλη περιπέτεια των δύο δημοσιογράφων η οποία ξεκίνησε από την περιγραφή των γεγονότων της  20ης Αυγούστου στις εφημερίδες των εξιστορείται παρακάτω:

Στις 17 Απριλίου μία ακόμη δίκη δημοσιογράφων, ίσως δώσει απάντηση στο ερώτημα: ‘Όταν γράφει την αλήθεια ο δημοσιογράφος (όπως τουλάχιστον την «έζησε» ή την αντιλαμβάνεται) ως ποιο σημείο μπορεί να την υποστηρίξει;

Κι αν η υποστήριξή της δεν συναντά όρια, τότε ο δημοσιογράφος πρέπει να σταθεί ανακόλουθος με τα κείμενά του (για ν’ αποφύγει τις συνέπειες) ή να προχωρήσει, αδιαφορώντας για τους κινδύνους;

Στο δίλημμα αυτό έφθασαν δύο δημοσιογράφοι, οι κ.κ. Δ. Σαπρανίδης και Ι. Βούλτεψης, όταν μετά τα γεγονότα της 20ης Αυγούστου 1965, δεν έγραψαν μόνο, αλλ’ υποστήριξαν και ενόρκως την «αλήθειά τους», μέσα στην αίθουσα ενός άλλου δικαστηρίου.

Το Χρονικό

Τα γεγονότα της 20ης Αυγούστου ήταν μία «καυτή» παράγραφος στην πολιτική κρίση πού ξέσπασε μετά τα Ιουλιανά. Το κέντρο της Αθήνας είχε γεμίσει φωτιές, δύο ώρες μετά την διάλυση της συγκεντρώσεως πού είχε οργανώσει στο θέατρο «Γκλόρια» η Ομοσπονδία Τύπου.

Οι δύο δημοσιογράφοι, πού ήσαν εντεταλμένοι από τις εφημερίδες των να παρακολουθήσουν τα γεγονότα, υποστηρίζουν ότι διαπίστωσαν τα εξής:

1.     Αυτοί πού διαλύθηκαν, μετά την συγκέντρωση, αποτελούσαν μικρές «ξεκομμένες» ομάδες, πού εκφυλλίζονταν.

2.     Οι φωτιές διατηρήθηκαν αναμμένες μέχρι τις πρωινές ώρες της άλλης ημέρας.

Τα δύο αυτά στοιχεία, λένε, σε συνδυασμό με άλλα «επί μέρους» περιστατικά, ήσαν αρκετά για να τους κάνουν ν’ αναζητήσουν και την αντίθετη, από την επίσημη, εκδοχή.

Έτσι, τόσο αυτοί όσο και άλλοι συνάδελφοί τους έγραψαν την επομένη (21 Αυγούστου), ότι «ξένα στοιχεία προς την συγκέντρωση» έβαλαν τις φωτιές. Η αναζήτηση, σύλληψη και τιμωρία των «στοιχείων» αυτών δεν ήταν δουλειά των δημοσιογράφων. Εκείνοι έκαναν την καταγγελία, δίνοντας στην δημοσιότητα «τα επί μέρους περιστατικά» πού τους οδήγησαν στα συμπεράσματά των.

Κατά τις απόψεις των, πού δημοσιεύθηκαν, τα περιστατικά πού τους οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι αν οι φωτιές δεν ήσαν «σκηνοθεσία», τουλάχιστον η Ομοσπονδία ήταν ξένη προς αυτές, είναι τα εξής:

Η παρουσία ξένων στοιχείων στους τόπους των εμπρησμών πού δήλωναν στους δημοσιογράφους ότι είναι αστυνομικοί (περίπτωση του ατόμου με το κόκκινο πουκάμισο στον όμιλο των δημοσιογράφων της πλατείας Ομονοίας).

Η περίπτωση ενός αστυνομικού με πολιτικά πού μετέφερε αναμμένο ξύλο από ένα σημείο της οδού σε άλλο. (Το πρόσωπο αυτό έλαβε αργότερα μέρος σε συγκέντρωση άλλων αστυνομικών με πολιτικά).

Η αδράνεια ορισμένων αστυνομικών για το σβήσιμο της φωτιάς και την σύλληψη αυτών πού βρίσκονταν πίσω απ’ αυτές.

Αρκετές περιπτώσεις ορισμένων οργάνων προς την ηγεσία της αστυνομίας. (Περιπτώσεις ξυλοδαρμών πολιτών).

Η διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών, τόσο προς τους δημοσιογράφους όσο και προς τους αστυνομικούς, από άλλους αστυνομικούς ή πρόσωπα πού είχαν σχέση με την αστυνομία. (Περίπτωση του δήθεν φόνου δύο αστυνομικών).

Συλλήψεις ατόμων, πού δεν έγιναν γνωστές οι ταυτότητές τους, γιατί αφέθηκαν ελεύθεροι προφέροντας μια συνθηματική φράση.

Και τέλος, η απόφαση του δικαστηρίου πού δεν καταδίκασε ούτε έναν από τους 128 πού είχαν συλληφθεί σαν πρωταίτιοι, για εμπρησμό.

Αυτά ήσαν μερικά από τα περιστατικά πού είδαν το φως της δημοσιότητας στις 21 Αυγούστου σε επτά εφημερίδες. Παράλληλα, ενίσχυσε την άποψη των «ξένων στοιχείων», με τις ανταποκρίσεις του από την Αθήνα ο Αμερικανός σχολιαστής κ. Ντρου Πήρσον.

«Κακότεχνα»…

Τρεις ημέρες μετά τα γεγονότα της 20ης Αυγούστου, όπως υποστηρίζεται, και τη δημοσίευση του σχετικού ρεπορτάζ, δόθηκε στις εφημερίδες ανακοίνωση «εγκύρων κυβερνητικών κύκλων» οι οποίοι, αφού χαρακτήριζαν τα δημοσιεύματα ως «κακότεχνα και συκοφαντικά», καλούσαν τους δημοσιογράφους που τα έγραψαν, «αν είχαν το θάρρος να θέσουν υπ’ όψιν των ενεργούντων την δικαστική ανάκρισιν», όσα γνώριζαν.

Την άλλη μέρα, με κοινή δήλωση πού δημοσιεύθηκε σ’ όλες τις εφημερίδες, έξη δημοσιογράφοι οι κ.κ. Δ. Σαπρανίδης, Σοφία Δαγιάντη, Ι. Βούλτεψης, Κ. Καρανάνας, Δ. Δρουμπούκης και Μ. Ευσταθιάδης, «έθεταν εαυτούς εις την διάθεση της δικαιοσύνης». Καμία απάντηση όμως δεν δόθηκε, ούτε από τους «εγκύρους κυβερνητικούς κύκλους», ούτε «οι ενεργούντες την δικαστική ανάκριση» κάλεσαν, έστω και έναν από τους δημοσιογράφους πού υπέγραφαν τη δήλωση.

Στο μεταξύ, είχαν συλληφθεί πάνω από 200 πολίτες, απ’ τους οποίους κράτησαν 128 κι’ ανάμεσά τους ολόκληρη σχεδόν την ηγεσία της Ομοσπονδίας Τύπου, και είχε αρχίσει ανάκριση. Είχε περατωθεί η εξέταση όλων των μαρτύρων κατηγορίας και η υπεράσπιση των κατηγορουμένων, βλέποντας ότι η ανάκριση δεν είχε σκοπό να καλέσει τους δημοσιογράφους, έδωσε αυτή τα ονόματά τους και τους κάλεσε, τελικά, ο ανακριτής σαν μάρτυρες υπερασπίσεως για να τους μεταβάλει αργότερα σε… κατηγορουμένους.

Πώς συνέβη αυτό; Απλούστατα: Μετά την εξέταση των έξη δημοσιογράφων, ο ανακριτής με έγγραφό του ζήτησε τα ονόματα των συναδέλφων των, πού είχαν γράψει για τα γεγονότα της 20ης Αυγούστου σε εφημερίδες αντιθέτου πολιτικής τοποθετήσεως. Τους κάλεσε, τους εξέτασε και μετά ένα μήνα περίπου, απήγγειλε κατηγορία για «περιύβριση της Αρχής», όχι μόνον εναντίον των έξη δημοσιογράφων, αλλά και εναντίον των εφημερίδων (όλων ανεξαιρέτως), πού είχαν δημοσιεύσει τη δήλωση – απάντηση στους «εγκύρους κυβερνητικούς κύκλους».

Ένας νόμος πού ψηφίστηκε στο μεταξύ, αμνήστευσε όλα τα αδικήματα Τύπου κι’ έτσι έπεσε η κατηγορία. Οι δημοσιογράφοι όμως και οι καταθέσεις τους είχαν διαβληθεί.

Έμειναν δύο

Από τις έξη δημοσιογράφους, πού είχαν υπογράψει την κοινή δήλωση, τελικά κλήθηκαν στο δικαστήριο μόνο δύο. Οι κ.κ. Σαπρανίδης και Βούλτεψης. Εκατόν είκοσι οκτώ πολίτες, ανάμεσά τους και η ηγεσία της Ομοσπονδίας Τύπου, βρίσκονταν στο εδώλιο.

Ο πρώτος ανέπτυξε ως μάρτυς υπερασπίσεως, όσα περιστατικά είχαν πέσει στην αντίληψή του και είχε δημοσιεύσει. Ο δεύτερος, όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει τι εννοούσε λέγοντας «ξένα στοιχεία», απάντησε: «μέλη παρακρατικών οργανώσεων και μυστικές υπηρεσίες πού φθάνουν μέχρι την Αμερικάνικη ΚΥΠ».

Έντεκα ώρες εξεταζόταν ο κ. Σαπρανίδης, όπως είπε, από το δικαστήριο. Ανάμεσα στα άλλα κατέθεσε στον ανακριτική και το περιστατικό πού είδε και έγραψε σε περίληψη: Στην οδό Β. Ουγκώ ένα άτομο, μεταξύ των «εν στολή αστυνομικών», πήρε ένα αναμμένο καδρόνι και δημιούργησε νέα εστία. Ακολούθησε η φωνή ενός άλλου ατόμου πού καλούσε «όλους τους αστυνομικούς με πολιτικά» να πλησιάσουν. Ανάμεσά τους ήταν και το άτομο με το αναμμένο καδρόνι.

Το περιστατικό αυτό έκανε εντύπωση. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου δήλωσε ότι «έχει πρωταρχική σημασία για την υπόθεση» και γι’ αυτό έπρεπε να το επιβεβαιώσει κι’ άλλος ένας μάρτυρας. Δεσμευμένος, όμως, με τον λόγο της τιμής του ο δημοσιογράφος, ότι δεν θ’ αποκάλυπτε τα ονόματα ενός συναδέλφου του κι’ ενός δικηγόρου πού ήσαν μαζί του στο περιστατικό, αρνήθηκε να τα δώσει, ακόμα κι’ όταν ο λόγος δόθηκε στον εισαγγελέα της έδρας να ασκήσει δίωξη εναντίον του για ψευδορκία.

Κατά σύμπτωση, μεταξύ των δημοσιογράφων πού παρακολουθούσαν την δίκη ήταν και ο συνάδελφος, πού υπονοούσε ο κ. Σαπρανίδης. Με υψηλό συναδελφικό φρόνημα και με παρρησία, ο κ. Κ. Παπαϊωάννου, σηκώθηκε στη μέση της διαδικασίας και επιβεβαίωσε το περιστατικό μέσα σε χειροκροτήματα του ακροατηρίου. Ο κ. Σαπρανίδης δεν εδιώχθη για ψευδορκία και ο εισαγγελέας της έδρας δήλωνε ότι δεν πρόκειται να ζητήσει την δίωξη κανενός μάρτυρος. Η δήλωση αυτή δημοσιεύθηκε και στις εφημερίδες της άλλης ημέρας.  

Ερώτηση

Στις 20 Μαΐου του 1966 το Πλημμελειοδικείο έβγαζε την απόφασή του για τους 128. Ένα έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ζητούσε από τον γραμματέα εκείνου του δικαστηρίου αντίγραφα των καταθέσεων Σαπρανίδη και Βούλτεψη, «προς εκτέλεσιν κατεπειγούσης εντολής του  κ. Εισαγγελέως Εφετών». Στις 6 Αυγούστου ήσαν έτοιμα τα αντίγραφα και αμέσως δόθηκε εντολή για την έναρξη προανακρίσεως, ενώ η έφεση κατά της αποφάσεως του Πλημμελειοδικείου προσδιοριζόταν για τις 26 Σεπτεμβρίου.

Κατηγορία ήταν η ψευδορκία και στηριζόταν σε μία φράση του σκεπτικού της αποφάσεως του Πλημμελειοδικείου, σύμφωνα με την οποία: «το δικαστήριον δεν δέχεται τας καταθέσεις Σαπρανίδη, Βούλτεψη, Αλευρά (βουλευτού) και Παπαϊωάννου, διότι (οι καταθέσεις αυτές) ανετράπησαν υπό ετέρων αστυνομικών κ.λπ.».

Στις 26 Σεπτεμβρίου ο βουλευτής κ. Η. Κατριβάνος κατέθεσε στη Βουλή την υπ’ αριθμόν 984 ερώτησή του προς τον υπουργό Δικαιοσύνης, για να σημειώσει τις εξής παρατηρήσεις:

Ο κ. Εισαγγελεύς Εφετών «βαναύσεως αντιπαρήλθε» την παρουσία τριών προέδρων πρωτοδικών κι’ ενός εισαγγελέως (του δικαστηρίου όπου εξετάσθηκαν οι δύο δημοσιογράφοι) και οι οποίοι έκριναν ότι δεν συντρέχει λόγος διώξεως.

Ο κ. Εισαγγελεύς έπρεπε να πληροφορηθεί ότι, το δικαστήριο εκείνο είχε διατάξει μάρτυρες – αστυνομικούς να μην απομακρυνθούν από την αίθουσα γιατί «είχαν συλληφθεί καταφόρως αντιφάσκοντας προς τας καταθέσεις των». Κι’ όμως κανένα ενδιαφέρον δεν έδειξε γι’ αυτούς.

Η κατηγορία στηρίζεται πάνω σε μία φράση του σκεπτικού της πρωτόδικης αποφάσεως, αλλά κατά τον βουλευτή, η απόφαση αυτή «παύει να υφίσταται νομικώς» εφ’ όσον έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της και παράλληλα «ευρίσκεται υπό την κυρίαρχον κρίσιν του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίον δύναται να ανατρέψει τα πάντα».

Και η ερώτηση κατέληγε: «Ποιος θα εμφανισθεί ως μάρτυς υπερασπίσεως στην δίκη του Εφετείου, όταν υπάρχει το προηγούμενο της εισαγγελικής ... και το ενδεχόμενον να ευρεθεί κατηγορούμενος;».

Οι δύο δημοσιογράφοι, κάτω από το βάρος, όπως την χαρακτηρίζουν, της ταπεινωτικής εκείνης κατηγορίας, δεν πήγαν στο Εφετείο για να μην επαναλάβουν όσα η κατηγορούσα αρχή είχε εξουδετερώσει με την κατηγορία της ψευδορκίας. Είχε πλέον ανοίξει ο δρόμος της προανακρίσεως. Η «περιπέτεια της αληθείας» συνεχίζεται…

Χωρίς κατηγορητήριο

Κατά την προανάκριση δεν υπήρχε κατηγορητήριο. Η δικογραφία είχε σχηματισθεί από τις καταθέσεις των αστυνομικών, της ανακρίσεως και της δίκης των 128. Υπεδείχθη στους δύο δημοσιογράφους, όπως υποστηρίζεται, να απολογηθούν «εφ’ όλων των καταθέσεών των», επειδή δεν επρόκειτο να εξετασθούν μάρτυρες, αλλά να χρησιμοποιηθούν οι καταθέσεις τους.

Μία μικρή καθυστέρηση εκείνων των ημερών έφερε πιο κοντά την δίκη Λαμπράκη. Ο κ. Βούλτεψης ήταν μάρτυρας και έφυγε για την Θεσσαλονίκη. Έστειλε έγγραφο βεβαίωση υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο του Κακουργιοδικείου και ζητούσε από τον εισαγγελέα να μην πάρει την δικογραφία από τον ανακριτή, μέχρις ότου εξετασθεί ως μάρτυς εκεί και επιστρέψει για ν’ απολογηθεί. Η αίτησή του απερρίφθη και η δικογραφία «έφυγε» χωρίς απολογίες, για να προσδιορισθεί η δίκη στις 17 Δεκεμβρίου  και να παραπεμφθούν οι δύο δημοσιογράφοι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο «δι’ απ’ ευθείας κλήσεως».

Η πρώτη δίκη ανεβλήθη λόγω «εκπροθέσμου κλητεύσεως» των μαρτύρων. Η δεύτερη έγινε μετά ένα μήνα περίπου για ν’ αναβληθεί και πάλι προκειμένου να πάρει το δικαστήριο την δικογραφία των 128 που εκκρεμούσε στον Άρειο Πάγο, ύστερα από αίτηση αναιρέσεως. Το δικαστήριο όρισε την δίκη σε «ρητή» για τις 6 Μαρτίου.

Σπουδή κι’ αμφιβολίες...

Η δίκη έπρεπε να γίνει το συντομότερο. Ένα ατύχημα, λίγες ημέρες πριν από την δίκη, οδήγησε τον κ. Σαπρανίδη σε κλινική, όπου υποβλήθηκε σε εγχείρηση. Το βεβαίωσε ο χειρουργός και για «λόγους τάξεως» το δικαστήριο έστειλε στην κλινική και τον ιατροδικαστή κ. Ηλιάκη να το επιβεβαιώσει.

Ο εκπρόσωπος της ιατροδικαστικής αρχής, μετά την διαπίστωσή του, ειδοποίησε το δικαστήριο ότι ο κ. Σαπρανίδης δεν ήταν σε θέση να προσέλθει να δικασθεί λόγω του μετεγχειρητικού του τραύματος, πού τον ανάγκαζε να μένει κλινήρης. Και αυτή η δίκη ανεβλήθη και πάλι προσδιορίστηκε από το ίδιο το δικαστήριο σε «ρητή» για τις 17 Απριλίου…

Αυτό πού ακολούθησε, χαρακτηρίζεται από την καθολική δημοσιογραφική γνώμη σαν πράξη «πρωτοφανούς αυστηρότητος». Συγκεκριμένα: Η εισαγγελική αρχή, διέταξε τρεις ημέρες μετά την αναβολή της δίκης και δεύτερο ιατροδικαστή, τον κ. Αγιουτάντη, να επισκεφθεί τον κ. Σαπρανίδη στην κλινική και να διαπιστώσει (για δεύτερη φορά) εάν ήταν πράγματι ασθενής ή εξαπατώντας ένα ιατροδικαστή, κατόρθωσε να κερδίσει μια ολιγοήμερη αναβολή της δίκης του…

Και ο ιατροδικαστής, σύμφωνα πάντα με τις καταγγελίες δεν αρκέστηκε στην διαπίστωση ότι, τόσες ημέρες μετά την αναβολή, βρήκε τον δημοσιογράφο στην κλινική, στο κρεβάτι και με επιδέσμους στο τραύμα του. Θέλησε να κάμει «αυτοψία» «ανοίγοντάς το», παρά τις αντιρρήσεις του ασθενούς και παρά την ιατρική δεοντολογία, χωρίς να παρευρίσκεται ούτε καν ο χειρουργός πού γνώριζε την περίπτωση.

Λέγοντας ότι είχε εντολή από τον εισαγγελέα Εφετών να διαπιστώσει τον χρόνο της αναρρώσεως για να προσδιορισθεί η δίκη (πού ήταν ήδη προσδιορισμένη), είπε την ιδιότητά του σ’ ένα βοηθό της κλινικής και σε ώρα μεσημεριού, οι δύο μαζί άνοιξαν το τραύμα. Έτσι βεβαιώθηκαν, ο κατηγορούμενος δημοσιογράφος, δεν εξηπάτησε το δικαστήριο…

Υποστηρίζοντας, αργότερα, την ενέργεια αυτή ο κ. Εισαγγελεύς Εφετών, ανέφερε σε μία πρόσφατη ανακοίνωση προς τις εφημερίδες πού δημοσίευσαν το περιστατικό:

«Ορθώς και νομίμως» έγινε η δεύτερη εξέταση του κ. Σαπρανίδη, διότι ο πρώτος ιατροδικαστής, ο κ. Ηλιάκης, «δεν προσδιορίζει τον ακριβή χρόνον της νοσηλείας του» (Η «παράλειψη» αυτή του κ. Ηλιάκη κατά την άποψη των δημοσιογράφων, δεν δημιουργούσε κανένα ζήτημα για την εισαγγελία, αφού αυτή δεν επρόκειτο να… ξαναπροσδιορίσει την ήδη προσδιορισμένη από το δικαστήριο δίκη).

«Παρόμοιαι εντολαί δίδονται (…) οσάκις μετά προηγουμένας αναβολάς (Τρίτη για τον κ. Σαπρανίδη), παρέχεται η υπόνοια ότι οι κατηγορούμενοι για να επιτύχωσιν νέαν αναβολήν εισέρχονται εις κλινικάς μίαν ή δύο ημέρας προ της δικασίμου, δια να εξέλθωσι της κλινικής την ίδιαν ημέραν της δικασίμου, μετά την επιτευχθείσαν αναβολήν ή την επομένην».

Σ’ απάντηση των ανωτέρω εξηγήσεων του κ. Εισαγγελέως υποστηρίχθηκαν τα εξής:

Γεννάται η απορία, μήπως ο χρόνος των τριών μηνών πού θα χρειαζόταν συνολικά η υπόθεση για να φθάσει στο ακροατήριο, είναι υπερβολικός ή ανησυχητικός. Είναι γνωστό ότι, κατά κανόνα, οι υποθέσεις ψευδορκίας προσδιορίζονται μετά 8 ή και 12 μήνες ύστερα από αναβολή.

Άλλη απορία είναι, μήπως οι δύο κατηγορούμενοι δημοσιογράφοι καταβάλλουν προσπάθεια, από την πρώτη στιγμή, να παρατείνουν την εκδίκαση των υποθέσεών των. Αλλά είναι επίσης γνωστό ότι, οι δύο πρώτες αναβολές της δίκης ωφείλοντο σε λόγους δικονομικούς ή ουσιαστικούς του δικαστηρίου και όχι σ’ αυτούς.

Επομένως, η υπόνοια ότι ο κ. Σαπρανίδης μπορούσε να εξαπατήσει το δικαστήριο, «κάνοντας τον άρρωστο», και μετά μάλιστα από πρώτη ιατροδικαστική εξέταση, δεν είναι δυνατόν να ευσταθήσει. Επίσης: Εφ’ όσον ο δεύτερος ιατροδικαστής διεπίστωσε ότι, τρεις ημέρες μετά «την επιτευχθείσαν αναβολήν» δεν είχε «εξέλθη της κλινικής», βρέθηκε στο κρεβάτι και υπέδειξε το δεμένο του τραύμα, τι χρειαζόταν η «προσβλητική», όχι  μόνον για ένα δημοσιογράφο, αλλά και για δύο γιατρούς, αποκάλυψη του τραύματος;

Όλες αυτές οι απορίες, μαζί με τις άλλες πού ακολούθησαν στην πορεία της την υπόθεση των δημοσιογράφων, υπογραμμίζουν το ερώτημα: Ως πού μπορεί ο δημοσιογράφος να υποστηρίξει την αλήθεια;

Δείτε και https://tvxs.gr/istoria/taksidia-sto-xrono/apostasia-1965-o-proimos-ellinikos-mais/

 * Το περιοδικό “Ελευθεροτυπία” ξαναβγήκε μετά τη μεταπολίτευση και διέκοψε την έκδοσή του το καλοκαίρι του 1975, όταν ο Αλ. Φιλιππόπουλος εκχώρησε τον τίτλο για την έκδοση της ομώνυμης εφημερίδας.
Δείτε και «Ελευθεροτυπία»: Η χαμένη συμφωνία και το τέλος