Skip to main content

Πώς δεν έγινα αστυνομικός συντάκτης

Δημοσιεύθηκε 14 Μαρτίου 2026
astynomikos

Η εικονογράφηση της ανάρτησης είναι δανεισμένη από το εξώφυλλο του βιβλίου «Όταν ήμουν αστυνομικός ρεπόρτερ»,
του Δ. Τσαμόπουλου,
που είχε εκδοθεί το 1925·
πριν από 101 χρόνια.
Το σκίτσο, είναι του Φωκίωνα Δημητριάδη

Του Δημήτρη Γ. Κουμπιά

Στις 26 Ιανουαρίου 2026, έγραφα σ ’αυτές τις ΣΕΛΙΔΕΣ: Στην επόμενη ανάρτηση, περισσότερα για τη συνάντησή μας στο αστυνομικό ρεπορτάζ και γιατί δεν έγινα αστυνομικός συντάκτης. Οπότε, η συνέχιση της ιστορίας της “Ε”, θα περιμένει κι άλλο.
Ένα πρόβλημα υγείας με εμπόδισε να είμαι συνεπής. «Ανέβαζα» μόνο θέματα επικαιρότητας, όπως ο θάνατος του Γιώργου Βότση. Τώρα που το πρόβλημα ξεπεράστηκε, ξαναπιάνω το νήμα, ξεκινώντας από το γιατί δεν έγινα αστυνομικός συντάκτης.

Αρχές του1965, ενώ εργαζόμουν στην “Ελευθερία” ως βοηθός ύλης με κάλεσε ο αρχισυντάκτης μου Γιώργης Ανδρουλιδάκης και με ρώτησε αν θέλω για 6 μήνες να κάνω και αστυνομικό ρεπορτάζ, με έξτρα αμοιβή, αφού θα συνέχιζα και στην «ύλη». Και πριν προλάβω να απαντήσω, συνέχισε: «Ο Σπύρος Λεωτσάκος* σε έξι μήνες βγαίνει στη σύνταξη και εθιμικά, όπως όλοι οι συνάδελφοι που συνταξιοδοτούνται, αυτούς τους έξι μήνες πληρώνεται χωρίς να δουλεύει. Και όταν αποχωρήσει με το καλό και τυπικά, θα τον αντικαταστήσουμε με κάποιον από το τραστ».**
Το έθιμο της εξάμηνης αργομισθίας είχε καθιερωθεί σαν αποζημίωση
 λόγω συνταξιοδότησης. Τότε δεν είχε θεσπιστεί ακόμη η αποζημίωση που πληρώνει στους συνταξιοδοτούμενους του ιδιωτικού τομέα ο εργοδότης
Καθιερώθηκε πάντως την ίδια χρονιά, το Φθινόπωρο του 1965, με την πρώτη Συλλογική Σύμβαση που υπογράφτηκε μεταξύ της ΕΣΗΕΑ και της ΕΙΗΕΑ, όταν ο Λεωτσάκος είχε ήδη συνταξιοδοτηθεί.
Ο αποχωρών, εκτός από την “Ελευθερία” κάλυπτε το αστυνομικό ρεπορτάζ στην επίσης πρωινή “Καθημερινή” και στο απογευματινό “Έθνος”. Η ΣΣΕ του 1965 απαγόρευσε το δυο πρωινές ή δυο απογευματινές, αλλά επέτρεπε μια πρωινή και μια απογευματινή.
Μόλις απάντησα θετικά, ο Ανδρουλιδάκης – που προφανώς ήταν σίγουρος γι’ αυτό – μου είπε: «Αύριο λοιπόν στις 10:30 το πρωί θα πας στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, στη Σταδίου 10, να βρεις τα παιδιά του τραστ. Θα συνεννοηθώ με τον αρχηγό τους, το Νίκο Μαράκη από το Συγκρότημα (έτσι λέγαμε τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη). Βέβαια ξέρω ότι φεύγουμε από τη Γερανίου (τυπογραφείο της εφημερίδας), στις 3 το ξημέρωμα, αλλά νέο παιδί είσαι…».
Φυσικά, στα 22 μου χρόνια, ούτε πέρασε από το μυαλό μου αυτή η παράμετρος· και την άλλη μέρα βρέθηκα στη Σταδίου 10. Ήταν εκεί ο Μαράκης, με τους τότε βοηθούς του Δημήτρη Μαθιόπουλο και Μανώλη Μαθιουδάκη (οι «Διόσκουροι», που πολύ αργότερα διετέλεσαν πρόεδροι της ΕΣΗΕΑ)· και οι τρείς κάλυπταν το ρεπορτάζ στο “Βήμα” και στα “Νέα”.
Οι προσωρινοί αντικαταστάτες του Λεωτσάκου ήμασταν ο γράφων και ο Σπύρος Καρατζαφέρης από το “Έθνος”. Το κενό στην “Καθημερινή” θα καλυπτόταν από τον Δημήτρη Μαρούδα, που ήταν ήδη αστυνομικός συντάκτης της ομόσταυλης “Μεσημβρινής”. Οι άλλοι συνάδελφοι που συνάντησα ήταν: Άρης Ξυπολιτίδης – “Εθνικός Κήρυξ”, Σέβος Αρνέλλος – “Μακεδονία”, Ντίνος Παπαχριστοφύλλου – “Αθηναϊκή”, Θεόδωρος Δράκος – “Ακρόπολις”, Τάσος Χιόνης – “Απογευματινή” και Ηλίας Μαλάτος – “Βραδυνή”. Δεν θυμάμαι ποιοι ήταν οι «διαπιστευμένοι» της “Εστίας” και των εφημερίδων της Αριστεράς, της “Αυγής” και της “Δημοκρατικής Αλλαγής”. Ίσως ξεχνάω και άλλους… 
Ξεκίνησα και χάρη στη βοήθεια του Ξυπολιτίδη εντάχθηκα γρήγορα  στο τραστ, πέρασε το εξάμηνο και τέλη Ιουνίου του ’65, μετά την ενημέρωση στην Αστυνομική Διεύθυνση, ο Μαράκης πρότεινε να πάμε για καφέ στο απέναντι καφενεδάκι μπροστά στις εγκαταστάσεις της “Εστίας”. Κι εκεί πήρε το λόγο:
«Από σήμερα, είπε, ο Λεωτσάκος είναι και τυπικά συνταξιούχος. Που σημαίνει ότι στην ομάδα (απέφευγε τη λέξη τραστ) θα προστεθεί ένας. Κι αυτός θα είναι ο Καρατζαφέρης που είναι παλαιότερος».
Και γυρίζοντας προς εμένα πρόσθεσε: «Άλλωστε νομίζω πως ο Κουμπιάς δεν ενδιαφέρεται. Προτιμά τις επιτελικές θέσεις».
Το επιβεβαίωσα και συνέχισε: «Συνεπώς, ο Σπύρος στο “Έθνος”, στη θέση του αποχωρούντος Σπύρου, ο Δημήτρης ο Μαρούδας στην “Καθημερινή” και μένει η “Ελευθερία”. Είναι πρωινή και θα προσλάβει τον Χιόνη ή τον Μαλάτο, που δουλεύουν σε απογευματινές». Τελικά, προσελήφθη ο Ηλίας Μαλάτος.

*  Ο Σπύρος Λεωτσάκος (1899 - 1970) με καταγωγή από τη Μάνη, γεννήθηκε στην Κέρκυρα. Σε ηλικία 17 ετών ξεκίνησε την καριέρα του στη δημοσιογραφία, στην εφημερίδα “Χρόνος”, συνολικά δε,  εργάστηκε σε περισσότερες από σαράντα εφημερίδες και περιοδικά για διάστημα πενήντα ετών περίπου. Έλαβε το πτυχίο της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά  αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία. Ήταν ο μοναδικός αστυνομικός συντάκτης που τιμήθηκε από τον βασιλιά Παύλο με το παράσημο του Ταξιάρχη για την προσφορά του στο δημοσιογραφικό επάγγελμα.  Το 1919 προσλήφθηκε ως αστυνομικός συντάκτης στην “Καθημερινή”, από την οποία αποχώρησε με τη συνταξιοδότησή του. Διατέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενώσεως Συντακτών, ενώ κατά τη διάρκεια της κατοχής ήταν πρόεδρος του προμηθευτικού συνεταιρισμού των δημοσιογράφων. Ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία, γράφοντας αστυνομικά διηγήματα και νουβέλες, Γιος του,  ο μουσικοκριτικός Γιώργος Λεωτσάκος.

** Τραστ είχαν δημιουργήσει οι διαπιστευμένοι ρεπόρτερ σε διάφορους τομείς (υπουργεία, δικαστηριακό, αστυνομικό), αποφεύγοντας τον ανταγωνισμό. Έτσι κανείς δεν είχε «αποκλειστικό» αλλά και κανείς δεν «έχανε» την είδηση. Όλοι έγραφαν τα ίδια, διασφαλίζοντας ότι δεν θα εκτεθούν στους διευθυντές τους, αν κάποιος άλλος έβγαζε κάτι που οι ίδιοι δεν είχαν. Και έκαναν τη ζωή τους πιο εύκολη…

  • Σε επόμενη ανάρτηση, «Ο συγγραφέας Νίκος Μαράκης».