Ελλάδα 2.0 με Ίντερνετ που σέρνεται

Της Μαρίας Δεδούση*
Ανήμερα την εθνική μας εορτή, στις 25 Μαρτίου, η Eurostat δημοσίευσε στα social media ένα γράφημα με μερικά βασικά στοιχεία για τη χώρα μας. Τον πληθυσμό μας, την ανεργία, το ΑΕΠ μας, πόσο ανακυκλώνουμε ηλεκτρονικές συσκευές και την πρόσβασή μας σε γρήγορο Ίντερνετ.
Σε αυτό τον τελευταίο δείκτη η επίδοσή μας δεν είναι απλώς κακή. Είναι απελπιστική. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται πολύ χαμηλά (τέρμα κάτω, δηλαδή) στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το σταθερό Ίντερνετ πολύ υψηλής ταχύτητας.
Ο βασικός δείκτης που χρησιμο ποιεί η ΕΕ είναι η κάλυψη δικτύων Very High Capacity Networks (VHCN), δηλαδή υποδομών, κυρίως οπτικής ίνας, που μπορούν να προσφέρουν ταχύτητες περίπου ενός gigabit. Στην ΕΕ η μέση κάλυψη αυτών των δικτύων φτάνει πε ρίπου το 82,5% των νοικοκυριών, ενώ σε χώρες όπως η Μάλτα, η Ολλανδία, η Δανία και η Ισπανία πλησιάζει το σύνολο της επικράτειας. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η κάλυψη εκτιμάται περίπου στο 46%, γεγονός που την τοποθετεί περίπου μεταξύ της 23ης και 25ης θέσης ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Η συνολική πρόσβαση σε σταθερό broadband όλων των τεχνολογιών φτάνει περίπου το 97% των νοικοκυριών. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε σχεδόν όλοι μια κάποια βασική σύνδεση, αλλά οι μισοί παλεύουμε με αρχαιολογικές ταχύτητες.
Οι λόγοι που καθυστερήσαμε τόσο είναι διάφοροι, με βασικότερο το γεγονός ότι οι σχετικές επενδύσεις ξεκίνησαν στην Ελλάδα με δέκα έως είκοσι χρόνια καθυστέρηση. Πώς όμως μπορείς να μιλάς για ανταγωνιστικότη τα την εποχή του Ίντερνετ χωρίς Ίντερνετ της προκοπής; Ανταγωνιστικότητα σε όλα τα πεδία· από τις επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής και startups μέχρι πρόσβαση σε εκπαιδευτικά εργαλεία και εξ αποστάσεως εκπαίδευση, ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές.
Πώς μπορείς να δημιουργήσεις την Ελλάδα 2.0, με τις ψηφιακές της υπηρεσίες, την τηλεϊατρική της, τις ηλεκτρονικές της συναλλαγές, με Ίντερνετ που σέρνεται; Και σέρνεται κυρίως εκεί όπου είναι πιο αναγκαίο: στην επαρχία, στις αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές. Το χάσμα συνεπώς δεν είναι μόνο ανάμεσα στην Ελλά δα και την Ευρώπη, αλλά και ανάμεσα στις δύο Ελλάδες, την αστική και την υπόλοιπη. Ναι, προχωράμε και τα πέντε τελευταία χρόνια η πρόοδός μας είναι πράγματι μεγάλη. Αρκεί όμως;
Με τις τρέχουσες επενδύσεις σε οπτική ίνα και δίκτυα νέας γενιάς, εκτιμάται ότι η Ελλάδα θα φτάσει τον ευρωπαϊκό μέσο όρο γύρω στο 2028-2030. Αν μέχρι τότε δεν έχουμε περάσει σε άλλες τεχνολογίες και δεν κυνηγάμε πάλι εκείνους που είναι διαρκώς μπροστά μας.
Η διαδικασία εκσυγχρονισμού θα μπορούσε να επιταχυνθεί. Τα πάντα μπορούν να γίνουν αν υπάρχουν χρήμα (κοινοτικά κονδύλια και ιδιωτικές επενδύσεις), συντονισμός (απλοποίηση της γραφειοκρατίας και ταχύτερη αδειοδότηση δικτύων οπτικών ινών) και συνεργασία (μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα). Είναι βαρετό να κοιτάς δείκτες στους οποίους υστερείς σταθερά. Κάποιοι είναι δύσκολο να βελτιωθούν. Ας ξεκινήσουμε από τους πιο εύκολους, λοιπόν.
* το κείμενο της Μαρίας Δεδούση -