Τα άδυτα των εφημερίδων και οι διορθωτές

Του Γιάννη Βαθυά*
Το δημοσίευμα του Διονύση Βραϊμάκη, με τίτλο «Γιατί εκτιμώ τους διορθωτές των εφημερίδων», στο Harddog, μας υπενθυμίζει ότι η εφημερίδα υπήρξε διαχρονικά ένα σύνθετο σύστημα παραγωγής γνώσης, στο οποίο κάθε κρίκος της αλυσίδας είχε συγκεκριμένο και αναντικατάστατο ρόλο. Όσοι εργαστήκαμε σε αυτόν τον χώρο γνωρίζουμε ότι η ποιότητα του τελικού φύλλου, του προϊόντος κατά τα νεότερα, δεν ήταν ποτέ αποκλειστικό αποτέλεσμα της πένας του δημοσιογράφου ή της υπογραφής του αρθρογράφου. Ήταν προϊόν μιας συλλογικής διαδικασίας, αυστηρά οργανωμένης, όπου η εξειδίκευση κάθε επαγγελματία αποτελούσε προϋπόθεση αξιοπιστίας. Ο διορθωτής ήταν ο τελευταίος θεματοφύλακας της γλώσσας, της ακρίβειας και της λογικής συνοχής του κειμένου.
Ο συντάκτης ύλης οργάνωνε την ειδησεογραφική ιεράρχηση, αξιολογούσε τη βαρύτητα των γεγονότων και καθόριζε την ταυτότητα κάθε φύλλου. Ο επιμελητής του φωτογραφικού αρχείου – ο αποκαλούμενος σήμερα photo editor – ήταν υπεύθυνος για την αυθεντικότητα της φωτογραφίας, τη σωστή ταυτοποίηση των προσώπων, τη λεζάντα, το ιστορικό της πλαίσιο και, τελικά, για την οπτική αξιοπιστία της εφημερίδας.
Κι όμως, η δημοσιογραφική παραγωγή δεν σταματούσε στη σύνταξη. Πίσω από τις σελίδες υπήρχε μια ολόκληρη τεχνική υποδομή που λειτουργούσε με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού. Από τη λινοτυπία περάσαμε στη φωτοσύνθεση. Τα δοκίμια, τα γαλιά, το χειροποίητο μοντάζ των σελίδων, τα χρωμοφάν, οι μακέτες και οι φωτομηχανικές πλάκες αποτελούσαν κρίσιμα στάδια μέχρι να φτάσει το φύλλο στο πιεστήριο. Σήμερα όλα αυτά έχουν αντικατασταθεί από την ηλεκτρονική σελιδοποίηση και την ψηφιακή μεταφορά αρχείων.
Οι τεχνικοί της φωτοσύνθεσης, οι μοντέρ που συναρμολογούσαν με ακρίβεια κάθε σελίδα, οι εργαζόμενοι που μετέφεραν τα χρωμοφάν και τις τελικές μακέτες στο πιεστήριο, οι τεχνικοί της εκτύπωσης και του offset ήταν συνδημιουργοί του τελικού προϊόντος. Ένα λάθος στη φωτοσύνθεση, ένα σφάλμα στο μοντάζ ή μια αστοχία στις πλάκες μπορούσε να αλλοιώσει ή να ακυρώσει την εργασία ολόκληρης της σύνταξης.
Ανάλογα υποτιμημένος υπήρξε ο ρόλος των κλητήρων. Στην πραγματικότητα, πολλοί από αυτούς ασκούσαν ένα είδος άτυπης δημοσιογραφίας. Γνώριζαν πρόσωπα, υπηρεσίες, δικαστήρια, υπουργεία και αστυνομικά τμήματα. Μετέφεραν έγγραφα, αναζητούσαν ανθρώπους, διασταύρωναν πληροφορίες και συχνά επέστρεφαν με ειδήσεις που δεν είχαν ακόμη φτάσει στον αρμόδιο συντάκτη. Ήταν οι αθόρυβοι άνθρωποι του ρεπορτάζ.
Το ίδιο καθοριστικός ήταν ο ρόλος των τηλεφωνητριών και των τηλεφωνητών. Πριν από την εποχή της κινητής τηλεφωνίας και του διαδικτύου αποτελούσαν το νευρικό σύστημα της εφημερίδας. Από αυτούς περνούσαν οι ειδήσεις των τηλετυπικών πρακτορείων, οι επικοινωνίες με ανταποκριτές, οι συνδέσεις με τις δημόσιες υπηρεσίες και η καθημερινή ροή πληροφοριών που επέτρεπε στη σύνταξη να λειτουργεί χωρίς διακοπή.
Τα βιβλία του Χρήστου Πασσαλάρη, του Λυκούργου Κομίνη και άλλων ανθρώπων του Τύπου καταγράφουν με ακρίβεια την τεχνολογία, τις διαδικασίες και κυρίως τη φιλοσοφία μιας εποχής κατά την οποία η εφημερίδα ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας δεκάδων εξειδικευμένων επαγγελματιών, καθένας από τους οποίους είχε διακριτό και απολύτως αναγκαίο ρόλο.
Αναμφίβολα, η τεχνολογία μεταμόρφωσε την παραγωγή του Τύπου. Επιτάχυνε τους χρόνους, απλοποίησε τις διαδικασίες, μείωσε το κόστος και κατήργησε ειδικότητες που για δεκαετίες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της εκδοτικής αλυσίδας. Όμως εδώ αναδεικνύεται και η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας. Η τεχνολογική πρόοδος δεν συνοδεύτηκε κατ' ανάγκην από αντίστοιχη πρόοδο του δημοσιογραφικού έργου. Παράγουμε εφημερίδες και ενημερωτικό περιεχόμενο ταχύτερα από ποτέ, διαθέτουμε ασύγκριτα ισχυρότερα εργαλεία, αλλά όχι πάντοτε περισσότερη τεκμηρίωση, βαθύτερη έρευνα ή μεγαλύτερη αξιοπιστία. Η ταχύτητα συχνά υποκατέστησε την επαλήθευση, η αμεσότητα περιόρισε τον χρόνο της δημοσιογραφικής επεξεργασίας και η τεχνολογία, αντί να υπηρετεί πάντοτε τη δημοσιογραφία, αρκετές φορές την οδήγησε σε έναν αγώνα δρόμου όπου προτεραιότητα έχει η δημοσίευση και όχι η ποιότητα.
Προς τούτο αξίζει να ξαναδιαβάζουμε εκείνα τα βιβλία. Όχι από νοσταλγία για μια εποχή που πέρασε, αλλά γιατί υπενθυμίζουν ότι η δημοσιογραφία ήταν πάντοτε μια σύνθεση γνώσης, τεχνικής, ομαδικής εργασίας και επαγγελματικής ευθύνης. Αυτά τα βιβλία αξίζει να ξαναδιαβαστούν, γιατί ίσως μέσα στις αρχές, τις αξίες και τις διαδικασίες του χθες να κρύβονται απαντήσεις για το αύριο του έντυπου Τύπου. Οι εφημερίδες δεν δημιουργούνται μόνο από όσους υπογράφουν τα κείμενα. Δημιουργούνται από όλους εκείνους που, συχνά αθέατοι, φροντίζουν ώστε κάθε λέξη, κάθε φωτογραφία και κάθε σελίδα να βρίσκονται στη σωστή τους θέση.